Translate

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

ΠΕΡΙ ΤΟΥ «ΟΡΘΩΣ ΨΑΛΛΕΙΝ» (ΤΕΛΙΚΗ ΜΟΡΦΗ), ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Γ. ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΗ ΑΡΧΟΝΤΟΣ ΥΜΝΩΔΟΥ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ

ΠΕΡΙ ΤΟΥ «ΟΡΘΩΣ ΨΑΛΛΕΙΝ» 

Αθανασίου Γ. Βουγιουκλή
Άρχοντος Υμνωδού του Οικουμενικού Πατριαρχείου
Πρωτοψάλτου του Ι.Ν. Αγίων Πάντων Καστοριάς
Καθηγητού Βυζαντινής Μουσικής 
στο Εκκλησιαστικό Γυμνάσιο -Λύκειο Φλώρινας

Μετά από μία θητεία και ενασχόληση σαράντα ετών με το αναλόγιο και την ψαλτική τέχνη, θα ήθελα να εκφράσω με πολλή αγαθή προαίρεση, κάποιες σκέψεις περί του «ορθώς ψάλλειν» εις τους ορθοδόξους ναούς γενικώς και κυρίως για τους νέους και φερέλπιδες ιεροψάλτες, πάντα φυσικά κατά την δική μου αντίληψη και οπτική των πραγμάτων.

Σκοπός και προορισμός της ψαλτικής τέχνης όπως οι πάντες γνωρίζουν, είναι ΕΝΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ. Να επενδύσει μέσω της κατάλληλης μελωδίας όλα αυτά τα θεόπνευστα εκκλησιαστικά κείμενα των μεγάλων Πατέρων της εκκλησίας μας και εν συνεχεία να τα δώσει μελωδικώς επενδεδυμένα στο εκκλησίασμα, υποβοηθώντας κατ αυτόν τον τρόπο τους χριστιανούς να επικοινωνήσουν με το Θείον κατά την διάρκεια της Θείας Λατρείας. Αυτό το ΑΞΙΩΜΑ θα πρέπει να έχει υπ όψιν του ο ψάλλων και από αυτό θα πρέπει να διαπνέεται, κάθε φορά που ανέρχεται στο αναλόγιο για να επιτελέσει το διακόνημά του. Η ψαλτική τέχνη ΔΕΝ προσφέρεται για κανενός άλλου είδους σκοπό, παρά μόνον για να συμβάλλει και να βοηθήσει τον πιστό χριστιανό να ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΕΙ. Αυτό βέβαια ακούγεται όμορφο στην θεωρία, αλλά ενίοτε συναντά τρομερές δυσκολίες στην πράξη. Αφήνω έξω από αυτές τις σκέψεις το γεγονός ότι δεν υπήρξε, δεν υπάρχει, και απ ότι φαίνεται ούτε πρόκειται να υπάρξει μέριμνα, στήριξη και ενδιαφέρον για την ψαλτική τέχνη, από αυτούς τους "φορείς" που αυτονόητα θα έπρεπε να την στηρίξουν και συγχρόνως να την αναδείξουν. Για την μεν εκκλησία ( εκτός ολίγων φωτεινών εξαιρέσεων ) έχει διαχρονικά καθαρώς διεκπεραιωτικό χαρακτήρα και προορισμό, για το δε Υπουργείο "Πολιτισμού" είναι στην κυριολεξία παντελώς ανύπαρκτη. Άποψή μου είναι ότι η αληθινή ψαλτική τέχνη, άσχετα από την αντιμετώπιση και μεταχείρισή της από τους φορείς κράτους και εκκλησίας ( βλέπε συνέντευξη Χατζηγιακουμή στο ΒΗΜΑ το 2006 ) σαφέστατα συγκαταλέγεται μεταξύ των σπουδαίων καλών τεχνών παγκοσμίως και μάλιστα πέρα από τις ανάγκες της Θείας λατρείας που καλύπτει στους ορθοδόξους ναούς, θα έπρεπε να αποτελεί και ένα διαρκές εξαγώγιμο πολιτιστικό προϊόν του τόπου μας σε σοβαρό επίπεδο κλασσικών μελουργημάτων, για να δοθεί η δυνατότητα σε όλους τους λαούς να γνωρίσουν την θεόπνευστη αυτή τέχνη. Δυστυχώς η ψαλτική βαδίζει τον μοναχικό της δρόμο, στηριζόμενη πάντα σε προσπάθειες των ιδίων των εκφραστών της. Ευτυχώς με την πρόνοια του Θεού, υπήρξαν πάντοτε διαχρονικά, όπως υπάρχουν και σήμερα σε όλη την επικράτεια μεγάλοι ψάλτες και δάσκαλοι και πληθώρα άξιων, ταλαντούχων και χαρισματικών συναδέλφων, που μοχθούν και εργάζονται καθημερινά για την διάδοση, διαφύλαξη, απήχηση και καλλιέργεια της ψαλτικής τέχνης σε όσο το δυνατόν περισσοτέρους ανθρώπους και ευρύτερα στην ελληνική κοινωνία. Αποτέλεσμα όλων αυτών, είναι να παράγονται συνεχώς νέες γενιές ταλαντούχων ανθρώπων με γνώση, κατάρτιση, παιδεία και το κυριότερο με αγάπη, όρεξη, μεγάλο μεράκι και ενδιαφέρον για την ψαλτική τέχνη.


Παρ όλα αυτά ( με δεδομένη την αποστολή της ) και σύμφωνα με το ζητούμενο του ορθώς ψάλλειν είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι σε επίπεδο κάποιων ψαλλόντων υπάρχουν διάφορα προβλήματα που έχουν να κάνουν κυρίως με τα εξής 1ον Λάθος τρόπος εκκίνησης ώς προς την μάθηση 2ον Λάθος αντίληψη και θεώρηση ώς προς το τι επιτελούμε 3ον Πλημμελής ή και ανεπαρκής γνώση του όλου οικοδομήματος της ψαλτικής τέχνης και των κανόνων της. 4ον Ανεπάρκεια εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης, ώστε να γίνει κατανοητή (έστω στοιχειωδώς) η ΟΝΤΩΣ δύσκολη και δυσνόητη εκκλησιαστική γλώσσα 5ον Απουσία ακουσμάτων απο γνήσιους εκφραστές του παραδοσιακού τρόπου ψαλμωδίας και 6ον Αδιαφορία και έλλειψη ενδιαφέροντος σε ότι αφορά την επιπλέον κατάρτιση, αρκούμενοι στην ανούσια και άχαρη διαδικασία της "διεκπεραίωσης" κάθε Κυριακή και γιορτή. Πολλοί δε εκ των ψαλλόντων προκειμένου να "καλύψουν" αυτές τις αδυναμίες, προβαίνουν σε "επίδειξη φωνητικών δυνατοτήτων" ασύστολα και ανεξέλεγκτα, με αποτέλεσμα να γίνεται ακόμη χειρότερη η εικόνα του ψάλλοντος Οι φωνητικές δυνατότητες του ψάλλοντος αναδεικνύονται ΜΟΝΟΝ μέσα από την γνώση, την καλλιέργεια και τον σωστό τρόπο ψαλμωδίας σε όλα τα επίπεδα και ΟΧΙ με το τίποτα και το ανεξέλεγκτο. Η προσφερόμενη ψαλτική ειδικά στην ύπαιθρο λόγω και των πολλών επι μέρους προβλημάτων, είναι σε ένα μεγάλο ποσοστό <<ρηχή>> και δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της Θείας Λατρείας. 

Θέλοντας να συμβάλλω θετικά στην διαμόρφωση μιάς νοοτροπίας και φιλοσοφίας περι του ορθώς ψάλλειν, θα εκθέσω κάποιες καίριες και κατευθυντήριες γραμμές ( κατα την προσωπική μου αντίληψη και πείρα ), που ίσως βοηθήσουν κάποιους νέους ιεροψάλτες στις αναζητήσεις τους. 

Το ορθώς ψάλλειν συνίσταται κατα την προσωπική μου άποψη μεταξύ πολλών άλλων και στα εξής βασικά. 

1ον ΣΤΑΣΗ. 
Η στάση του ψάλλοντος στο αναλόγιο θα πρέπει να είναι σοβαρή ( και όχι σοβαροφανής ) ήρεμη, ευθυτενής, χωρίς συζητήσεις άσκοπες και να εμπνέει ιεροπρέπεια. Η δε προσοχή του ψάλλοντος δεν θα πρέπει να αποσπάται επ’ ουδενί λόγω και από τίποτα κατά την διάρκεια της διακονίας του. Το μόνο του μέλημα εκείνη την ώρα θα πρέπει να είναι το πώς θα μπορέσει να ΚΑΛΟΨΑΛΛΕΙ, όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Θρασύβουλος Στανίτσας Πρέπει δηλαδή να υπάρχει η απαιτούμενη συγκέντρωση, όπως και το απαιτούμενο ενδιαφέρον για τα ψαλλόμενα. Η ηρεμία είναι καθοριστικός παράγοντας για μία σωστή απόδοση των ψαλλομένων. .Παρατηρείται ενίοτε σε αναλόγια μία ακαταστασία και καμιά δεκαριά να ψάχνουν να βρουν ένα ψαλλόμενο κομμάτι, το οποίο συνήθως είναι μπροστά στα μάτια τους. Δυστυχώς όμως σε αρκετά αναλόγια παρατηρείται και κάτι πολύ χειρότερο. Κατά την διάρκεια των ιερών ακολουθιών παρατηρούνται συζητήσεις επί παντός θέματος μεταξύ των συμμετεχόντων στο αναλόγιο, κατάσταση ευθυμίας με αστεϊσμούς και πειράγματα εκατέρωθεν, άλλοι να περιφέρονται δεξιά και αριστερά και γενικά όλη αυτή η εικόνα να δημιουργεί την αλγεινή εντύπωση σε οποιονδήποτε συνειδητό και σκεπτόμενο ορθόδοξο εκκλησιαζόμενο, ότι αυτοί οι άνθρωποι δείχνουν να μην έχουν καμία απολύτως συναίσθηση τόσο ως προς το που βρίσκονται, όσο και ως προς το τι επιτελούν. Εδώ φέρει ακέραια και εξ ολοκλήρου την ευθύνη ο πρωτοψάλτης, ο οποίος είναι ο μόνος υπεύθυνος και κυρίαρχος για αυτά τα θέματα στο αναλόγιό του. Θα πρέπει να έχει το ηθικό ανάστημα να επιβάλλει την δέουσα τάξη με οποιοδήποτε "κόστος"... Ειδάλλως, με το να επιδεικνύει μία κακώς εννοούμενη ΑΝΟΧΗ στους πάντες, ,δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ένα αναλόγιο ΜΗ ΣΟΒΑΡΟ, με ότι αυτό συνεπάγεται σε ότι αφορά ( εκτός όλων των άλλων) ΚΑΙ το ορθώς ψάλλειν. Επίσης ο ψάλλων ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ το αναλόγιό του κατά την διάρκεια των ιερών ακολουθιών. Παρατηρείται σε κάποιες περιπτώσεις η απρεπής εικόνα ψαλτών, να κατεβαίνουν απο το αναλόγιο και να μετακινούνται συνεχώς χωρίς ιδιαίτερο λόγο και αιτία. Η εικόνα αυτή είναι απαράδεκτη δια τον ψάλλοντα τόσο απέναντι στο λειτούργημα που επιτελεί, όσο και απέναντι στο εκκλησίασμα το οποίο έχει μάτια και βλέπει την ασεβή αυτή στάση του ψάλλοντος Όπως επίσης ο λειτουργός του Υψίστου ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΑΘΕΤΑΙ στο στασίδι του όταν δεν ψάλλει ο ίδιος εκτός και αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι υγείας. Είναι ασέβεια να κάθεται ο ιστάμενος απέναντι του ΘΕΟΥ και μάλιστα ψάλλων προς ΑΥΤΟΝ.

2ον ΦΩΝΗ
Η φωνή του ψάλλοντος θα πρέπει να εξέρχεται φυσική όπως ομιλεί, στρόγγυλη, με καθαρά και ευδιάκριτα φωνήεντα και σύμφωνα και με το στόμα μισάνοιχτο. Το πρωί, μετά τον εξάψαλμο είναι γνωστόν τοις πάσι οτι πρέπει να ψάλλει για ένα διάστημα μαλακά και χαμηλά για να "ζεστάνει" την φωνή του και προοδευτικά να "ανεβάζει στροφές". Πρέπει να γνωρίζουμε ότι την φωνή δεν την έχουμε πρωί-πρωί στο "τσεπάκι μας". Θέλει διαδικασία και σωστό ζέσταμα για να αποδώσει αργότερα σωστά. Εάν δεν την ανοίξουμε σωστά την φωνή μας σ αυτό το διάστημα, θα έχει πρόβλημα έως το "Δι ευχών..." Στα πρωινά την βγάζουμε τόσο, όσο μας δείχνει ότι μπορεί να ψάλλει χωρίς το παραμικρό ζόρισμα". Έλεγε ο Πρίγγος σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις. "...αν πάτε πρωί σε εκκλησία και ακούσετε τον ψάλτη να φωνάζει, πάρτε δρόμο και φύγετε...". Αυτό βέβαια σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει οτι περιφρονούμε τα ψαλλόμενα αυτού του διαστήματος. Άλλο χαμηλά και μαλακά και άλλο γρήγορα και αδιάφορα. Πολλοί έχουν την τάση να ψάλλουν τα πρωινά τροπάρια (από το Θεός Κύριος και μέχρι περίπου τις Καταβασίες ) στο πόδι και γρήγορα, χωρίς ιδιαίτερη επιμέλεια και ενδιαφέρον, σαν να θέλουμε να τα ξεφορτωθούμε. Ας ακούσουμε όλοι μας τον ΜΕΓΑ Θρασύβουλο Στανίτσα, ο οποίος έχοντας την μεγάλη αίσθηση ευθύνης για την σωστή τήρηση της παραδόσεως που κουβαλούσε, απέδιδε αυτά τα πρωινά τροπάρια με την ίδια επιμέλεια, καλλιέπεια, όρεξη, ενδιαφέρον και ίσως και με ακόμη μεγαλύτερη συνέπεια. Δεν υπάρχουν στην Θεία λατρεία τροπάρια ευτελή και προνομιούχα. Τα ΠΑΝΤΑ θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από τον ψάλλοντα με το ίδιο ενδιαφέρον, ζήλο και επιμέλεια. Περίπου στην ώρα των καταβασιών η φωνή είναι έτοιμη να ψάλλει κανονικά. Επίσης είναι ΜΕΓΑ ΛΑΘΟΣ να αλλοιώνουμε σκοπίμως την φωνή μας κατά την ψαλμωδία, για να δείξουμε ότι έχουμε "βαριά, σέρτικη, βυζαντινή φωνή". 

Ένα δημοφιλές θέμα συζήτησης μεταξύ των ψαλτών, είναι το ΤΙ ΒΟΗΘΑ την φωνή των ψαλτών να παραμένει ανοιχτή και σε φόρμα, όπως την επιθυμούμε. Και ακόμη, ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ να λαμβάνουμε για να επαναφέρουμε μία κλειστή και ταλαιπωρημένη φωνή γρήγορα. Προτείνονται δε απο πολλούς διάφορα γιατροσόφια ών ούκ έστιν αριθμός. Άποψή μου είναι οτι για την ανθρώπινη φωνή δεν υπάρχουν θαυματουργές λύσεις και ΕΙΔΙΚΑ λύσεις ΕXPRESS που να "ανοίγουν" μία βραχνή και ταλαιπωρημένη φωνή. Όταν μία φωνή έχει κλείσει, αυτό οφείλεται σε αντικειμενικούς λόγους οι συχνότεροι των οποίων είναι η υπερβολική κούραση και ζόρισμα της φωνής, ή κάποια ίωση που επιφέρει οξεία φαρυγγίτιδα. Εδώ δυστυχώς δεν υπάρχει θαυματουργή αγωγή. Το σωστό και φρόνιμο είναι να αφήσουμε τη φύση να κάνει τη δουλειά της κάνοντας αφωνία στο μέτρο του δυνατού, παίρνοντας συγχρόνως βέβαια και κάποια σχετική συμβατική ιατρική αγωγή. Υπερβολικές δόσεις τοξικών σκευασμάτων για γρήγορα αποτελέσματα (ειδικά την Μ. Εβδομάδα), οδηγούν ορισμένες φορές σε χειροτέρευση της κατάστασης μετά την αγχώδη προσπάθεια. Αυτό ομοιάζει σαν τον βασικό ποδοσφαιριστή που αγωνίζεται με ένεση στον αγώνα για να μην αφήσει την ομάδα του. Το σωστό είναι να την αφήσει για το δικό του καλό. Σε ότι αφορά τα διάφορα που λέγεται ότι βοηθούν τη φωνή να παραμένει ανοιχτή και καθαρή, προσωπικά πιστεύω σε δύο πράγματα από τα διάφορα που κυκλοφορούν. Σχολαστικό φύσημα και ξεβούλωμα της μύτης το πρωί μόλις σηκωθούμε και λίγο νεράκι διακριτικά σε ορισμένες στιγμές στο αναλόγιο, για να υγραίνεται ο λάρυγξ από την ξηρότητα του χώρου του ναού με τον τόσο κόσμο και τα λιβάνια. Εκείνο όμως που πρέπει να τηρεί με θρησκευτική ευλάβεια ο ψάλτης, είναι να αποφεύγει τελείως να πίνει παγωμένα νερά, αναψυκτικά, μπύρες κ.λ.π., μετά από εξοντωτικό ψάλσιμο και όταν είναι ιδρωμένος ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες. Είναι σαν να ρίχνει λάδι στη φωτιά σε ότι αφορά τον λαιμό του. Όπως επίσης να αποφεύγει και τα πολύ καυτά αφεψήματα, όταν ο λαιμός του είναι παγωμένος στους πολύ ψυχρούς μήνες του χειμώνα. Γενικά, οι υπερβολικές και ακραίες αντιθέσεις στον λαιμό όταν γίνονται τακτικά βλάπτουν την φωνή και υπάρχει το ενδεχόμενο κάποια ανύποπτη στιγμή να δημιουργήσουν μικρό ή μεγαλύτερο πρόβλημα στις φωνητικές χορδές του ψάλλοντος.

Και μία αναφορά στην φωνή του ψάλλοντος, σε σχέση με τις μικροφωνικές και ηχητικές εγκαταστάσεις του ναού. Πράγματι οι ΣΩΣΤΕΣ ηχητικές εγκαταστάσεις ενός ναού, υποβοηθούν σε ένα ποιοτικότερο ηχητικό αποτέλεσμα αφ ενός και αφ ετέρου δίνουν την δυνατότητα στον ψάλλοντα να ψάλλει πολύ πιο ξεκούραστα. Δυστυχώς όμως ελάχιστοι ναοί πληρούν ουσιαστικά αυτές τις προϋποθέσεις. Οι περισσότεροι έχουν μία μέτρια ηχητική εγκατάσταση και ρύθμιση σε σχέση με τον χώρο. Εδώ καλείται ο ψάλτης να κάνει μία σωστή προσαρμογή (κατα το δυνατόν) της φωνής του στο ηχητικό οικοδόμημα του ναού. Το βασικό ζητούμενο είναι να αντιληφθεί, το αν η φωνή του "ευεργετείται και κολακεύεται" απο την εγκατάσταση και συγχρόνως το αν "ευεργετεί" το ακροατήριο, ή συμβαίνει το αντίθετο. Όπως και να έχουν τα πράγματα, ένα είναι σίγουρο στην σύγχρονη ιεροψαλτική πραγματικότητα. Ότι η συντριπτική πλειονότητα των ψαλτών είναι εξαρτημένη απο τις μικροφωνικές του ναού. Νομίζουμε (ανασφαλώς) ότι δεν ακουγόμαστε επαρκώς κάτω, με αποτέλεσμα να αυξάνουμε όλο και περισσότερο τα ντεσιμπέλ. Το αποτέλεσμα δυστυχώς είναι, κάτω να γίνεται κόλαση. Το ζητούμενο λοιπόν θα πρέπει να είναι για μας, όχι αν ακουγόμαστε κάτω, αλλά ΤΟ ΤΙ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ κάτω. Πριν 70 χρόνια δεν υπήρχαν μικρόφωνα στους ναούς. Ωστόσο η φυσική φωνή καλλιφώνων και κατηρτισμένων ψαλτών, χάιδευε τα αυτιά των ακροατών και γέμιζε απ άκρου εις άκρον τον χώρο του ναού. Αυτό βέβαια επ’ ουδενί λόγω σημαίνει ότι είμαστε κατά της τεχνολογίας. Σωστή χρήση της απαιτείται και καταπολέμηση της ανασφάλειας σε ότι αφορά το εάν ακουγόμαστε. Μία όμορφη και μελωδική φωνή ακούγεται με την ποιότητα και την μουσικότητά της και όχι με τα ντεσιμπέλ της. 

3ον ΧΡΟΝΟΣ - ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ - ΡΥΘΜΟΣ. 
Ο χρόνος, η χρονική αγωγή και η ρυθμική αγωγή, είναι η ψυχή του ψαλλόμενου μέλους. Ψάλτης, όση καλλιφωνία και να διαθέτει, αν δεν είναι γνώστης και κάτοχος της μεγάλης τέχνης της χρονικής αγωγής ανα μάθημα, της ευρυθμίας του χρόνου και του ΑΕΡΑ που δίνει στα ψαλλόμενα ο "καλπασμός" της σωστής χρονικής αγωγής, ο ψάλτης αυτός φαντάζει ΓΥΜΝΟΣ και ΛΑΠΑΣ στα αυτιά ακροατών που γνωρίζουν καλά το αντικείμενο. Αλλα και σε όλο το μή μυημένο ακροατήριο, δημιουργεί κούραση και κορεσμό μία φωνή μελωδική μεν, αλλά ασύμμετρη. Μόνο ο συνδυασμός μελωδίας και ροής του χρόνου με ευρυθμία και χάρη καθηλώνει τον ακροατή. Για αυτόν τον λόγο το πατριαρχικό ύφος υπερέχει και είναι σημείο αναφοράς. Διότι πάλλεται και δονείται από την χάρη της ευρυθμίας του χρόνου, των σωστών χρονικών αγωγών, σε συνδυασμό με την μελωδία και την εκφορά του λόγου. Και ΜΟΝΟ η σωστή γνώση και εφαρμογή των κανόνων του χρόνου και της χρονικής αγωγής, σε συνδυασμό με την σωστή χρήση της αναπνοής, είναι ικανά να κάνουν έναν ψάλτη ΑΛΛΟΝ ΤΟΣΟΝ απ ότι είναι, γιατί απλούστατα ο χρόνος με την μελωδία είναι ΑΡΡΥΚΤΑ δεμένο σύνολο. Αν κάτι απ τα δύο χωλαίνει υπάρχει πρόβλημα. Εδώ να πούμε οτι πολλοί συγχέουν την ροή της χρονικής αγωγής, με το να "χτυπούν" με στόμφο τις συλλαβές μία μία, πράγμα τελείως αντιαισθητικό και άγριο στο εκκλησίασμα. Ο χρόνος δεν είναι "χτυπητός" με επιτήδευση. Ο χρόνος ρέει, είναι ΑΗΡ .. Πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό, ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να ψάλλει κάποιος έγχρονα και με την αρμόζουσα χρονική αγωγή που απαιτεί το κάθε ψαλλόμενο μέλος στην κάθε ακολουθία. Ακούγεται απλό και αυτονόητο, αλλά όταν κληθεί ο ψάλλων να το εφαρμόσει επί της ουσίας στην πράξη, τότε φαίνεται το πρόβλημα. Δυστυχώς η πλειονότητα των ψαλτών ψάλλουμε ΑΠΤΑΛΙΚΑ, δηλαδή όπως μας βολεύει και όπως μας το επιτρέπουν η αναπνοή μας και τα πνευμόνια μας Δεν θέλουμε να ζοριστούμε, να πειθαρχήσουμε και να βγούμε έξω από τα καλούπια μας. Η άχρονη και γεμάτη αρρυθμίες (αυξομειώσεις της χρονικής αγωγής κατά το δοκούν) ψαλτική, είναι ο εύκολος και ανώδυνος. δρόμος. Η άλλη, η έγχρονη και εύρυθμη απαιτεί πολύ κόπο, μεγάλη πειθαρχία, μελέτη και πολλές και συνεχείς προσπάθειες. Πολύ μεγάλη σημασία έχει ( πέραν της ευρυθμίας ) να διατηρούμε την ενδεικνυόμενη χρονική αγωγή στο κάθε μέλος που ψάλλουμε. Η Βυζαντινή μουσική θα πρέπει να είναι ΡΟΛΟΪ οτιδήποτε και αν ψάλλουμε (εκτός ολίγων εξαιρέσεων). Εδώ να ξεχωρίσουμε τις έννοιες της ευρυθμίας και της χρονικής αγωγής, αν και είναι γνωστές στους περισσότερους. Ευρυθμία είναι το να ψάλλουμε συνεχώς ισόχρονα και σταθερά σε όλα τα μέλη. Χρονική αγωγή είναι, σε πόσους ισόχρονους και σταθερούς χτύπους ανά λεπτό θα πρέπει να ψάλλουμε το κάθε μέλος, είτε αυτό είναι ειρμολογικό, είτε στιχηραρικό, είτε παπαδικό. Η ευρυθμία όμως, χωρίς την σωστή χρονική αγωγή που απαιτεί το κάθε ψαλλόμενο μέλος, είναι δυστυχώς ΑΧΡΗΣΤΗ και άνευ αντικρίσματος. Διότι επί παραδείγματι, τι να την κάνει κάποιος την ευρυθμία στα κουτουρού, όταν έχει άγνοια τήρησης των σωστών χρονικών αγωγών και ψάλλει ένα δοξαστικό σε δέκα λεπτά έχοντας χρονική αγωγή χερουβικού, ή αντιθέτως ψάλλει καθίσματα, ευλογητάρια, αναβαθμούς και κανόνες το πρωί της Κυριακής και τρέχει, έχοντας χρονική αγωγή στίχων προσομοίων. Τέλος η χρονική αγωγή θα πρέπει να τηρείται καθ’ όλην την διάρκεια του μέλους αναλλοίωτη, χωρίς κάποιες προσφιλείς αργίες ενδιαμέσως και κατά το τέλος του μέλους. Όσοι θέλουμε να εντρυφήσουμε στο κεφαλαιώδες αυτό θέμα, δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτε άλλο παρα να ακούσουμε τον αείμνηστο ΑΡΧΟΝΤΑ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ της ΜτΧΕ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟ ΣΤΑΝΙΤΣΑ, σε όλα αυτά τα ηχητικά που μας άφησε πολύτιμη παρακαταθήκη. Η εκπληκτική και συνάμα μοναδική χρονική ακρίβεια που παρατηρείται στο ψάλσιμό του, αποτελεί σχολείο από μόνη της. Μάλιστα ο ΑΡΧΩΝ στην ιστορική έκδοση του ΤΡΙΩΔΙΟΥ του, σημειώνει στο τέλος του βιβλίου προς διευκόλυνση παντός ενδιαφερομένου, την επικρατεστέραν χρονικήν αγωγήν όλων των εκκλησιαστικών μελών σε χτύπους ανά λεπτό κατά την Πατριαρχική παράδοση. Αυτός είναι κατά την άποψή μου ο ΟΔΗΓΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ για αυτά τα θέματα, όπως και γενικότερα για την ψαλτική τέχνη.

4ον ΑΝΑΠΝΟΗ. 
Ένα άλλο μεγάλο και κεφαλαιώδες ζήτημα στην ψαλτική τέχνη που συμβάλλει καταλυτικά εις το ορθώς ψάλλειν ( και άπτεται του ζητήματος του χρόνου), είναι το θέμα της αναπνοής. Η σωστή και άνετη αναπνοή προσδίδει στα ψαλλόμενα μεγαλοπρέπεια και επί πλέον κύρος. Είναι η βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί μία ωραία μελωδία. Σημειώνει ο βαρύτονος και συνθέτης Δίων Αρύβας σε ένα εγχειρίδιό του περι φώνησης του 1988......"...... Μπορεί να έχουμε σωστή αναπνοή και λανθασμένη τοποθέτηση φωνής. Είναι όμως ΑΔΥΝΑΤΟΝ να έχουμε σωστή τοποθέτηση φωνής και λανθασμένη αναπνοή. Μόνον όταν λειτουργήσει ΣΩΣΤΑ Η ΑΝΑΠΝΟΗ, τότε μόνον έχουμε την ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΝΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΟΥΜΕ ΣΩΣΤΑ ΤΗ ΦΩΝΗ ΜΑΣ!!. Χωρίς ικανή αναπνοή, χάνεται όλο το οικοδόμημα που δημιουργείται από μία ωραία μελωδία και άλλα στοιχεία του ψάλλοντος. Η αναπνοή θα πρέπει να είναι μπόλικη, σωστά ξοδευόμενη και όχι "κοντή". Είναι λανθασμένη η πρακτική των μικρών και συχνών αναπνοών. Κατα την εισπνοή δεν χρειάζεται να γεμίζουμε τους πνεύμονες με πολύ αέρα. Στο ήμισυ της χωρητικότητος των πνευμόνων ( μιλάμε για υγιείς πνεύμονες ) είναι υπέραρκετή, αρκεί η εισπνοή να γίνεται ήρεμα, χαλαρά, όχι σπασμωδικά και χωρίς ένταση και σφιξίματα. Για να ψάλλουμε ΕΚΠΝΕΟΥΜΕ σχεδόν όλον τον αέρα που έχουμε στα πνευμόνια μας και μ αυτόν τον λίγο που μας έχει απομείνει ψάλλουμε. Είναι ΥΠΕΡΑΡΚΕΤΟΣ. Το αντίθετο κάνει ζημιά ΚΑΙ στη φωνή ΚΑΙ στους πνεύμονες. Ο αέρας που εισπνέουμε θα πρέπει να είναι ο απολύτως απαραίτητος για να ψάλλουμε και όχι παραπάνω ή λιγότερος. Όλος δε αυτός ο αέρας (κατα τον ώς άνω δάσκαλο) θα πρέπει να γίνεται ΤΟΝΟΣ, δηλαδή ΦΩΝΗ, δηλαδή ΨΑΛΜΩΔΙΑ εν προκειμένω... ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ ΚΑΝΟΝΑΣ στην φώνηση......Δεν ψάλλουμε ΠΟΤΕ ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΙΣΠΝΟΗ αλλα ΠΑΝΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΠΝΟΗΣ και αφού γίνει η εκκένωση αρκετού αέρα απο τους πνεύμονες. Στην αντίθετη περίπτωση μπουκώνουμε διότι μένει στους πνεύμονες αέρας αχρησιμοποίητος.. Θα πρέπει ειδικά στα αργοσύντομα και αργά μαθήματα, να βγάζει ο ψάλλων όσο το δυνατόν μεγαλύτερες μουσικές φράσεις, με όσο το δυνατόν λιγότερες αναπνοές. Αρκετοί από μας ψάλλουμε παίρνοντας αναπνοή σε κάθε τρεις-τέσσερις συλλαβές του κειμένου, δίνοντας την εντύπωση στο ακροατήριο ότι πάσχουμε από δύσπνοια, ή από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, ενώ στην ουσία πρόκειται για μία άσχημη και κακιά συνήθεια στις περισσότερες των περιπτώσεων. Δικαιολογούνται φυσικά περιπτώσεις με παθολογικό πρόβλημα. Γενικά το ζήτημα της αναπνοής, είναι σε έναν άνθρωπο με υγιές αναπνευστικό σύστημα θέμα ΕΞΑΣΚΗΣΗΣ και ΘΕΛΗΣΗΣ. Έλεγε ο Θρασύβουλος Στανίτσας... "προτιμώ να ΣΚΑΣΩ, παρά να πάρω αναπνοή εκεί που δεν πρέπει!!!!" Και σημειωτέον ο Άρχων υπήρξε σε όλη του την ζωή συστηματικός και καθ’ έξιν καπνιστής!!!!. Ένα λεπτό σημείο στο οποίο η αναπνευστική στήριξη παίζει καταλυτικό ρόλο, είναι η στιγμή που ο ψάλτης καλείται να "χτυπήσει" μία πολύ υψηλή νότα την οποία απαιτεί το μουσικό κείμενο. Στην περίπτωση αυτή, αν έχει προηγηθεί αγχωτική κατάσταση στον ψάλλοντα και συγχρόνως ο αέρας στα πνευμόνια του είναι περισσότερος απ ότι πρέπει διότι δεν έγινε σωστή εκκένωση, είναι πολύ πιθανόν η νότα να μην βγεί ομαλά, αλλά να βγει άγρια ή με "κοκοράκι" ή και να μείνουμε από φωνή τελείως ακόμα. Αυτό συμβαίνει διότι "μπουκώνει και αναστατώνεται όλο το σύστημα λόγω έντασης που επηρεάζει και την σωστή αναπνοή αλλα κυρίως την άνετη και αβίαστη εξαγωγή της φωνής. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται συνοπτικά ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΣΤΗΘΑΓΧΗ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι κάτι το παθολογικό.. Αν είμαστε σε μία τέτοια κατάσταση την συγκεκριμένη στιγμή και μας κυριαρχεί η ανασφάλεια, η αμφιβολία και η έλλειψη αυτοπεποίθησης για το αποτέλεσμα, τότε το πιο σωστό και φρόνιμο θα είναι να το προσπεράσουμε δια της πλαγίας οδού, παρά να εκτεθούμε ανεπανόρθωτα. Τέλος κατά την αναπνοή, ο ψάλλων δεν θα πρέπει να κόβει λέξεις, φράσεις και νοήματα στη μέση. 

5ον ΣΩΣΤΟΣ ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ. 
Το φωνητικό εργαλείο στον άνθρωπο, είναι ένας μηχανισμός μέσω του οποίου παράγεται ο ήχος και εν προκειμένω η μελωδία. Εκτός από το δοθέν χάρισμα της καλλιφωνίας άνωθεν στον άνθρωπο, εναπόκειται από εκεί και μετά στον ίδιο να καλλιεργήσει, να πολλαπλασιάσει, να αναδείξει στο έπακρο και να ΔΙΑΦΥΛΑΞΕΙ το δοθέν εις αυτόν τάλαντον. Καλείται χρησιμοποιώντας την γνώση, την λογική και την εμπειρία, να κάνει ΣΩΣΤΗ χρήση αυτού του θείου δώρου, για να το διατηρήσει ακμαίο και για να μπορέσει αυτό να προσφέρει αυτά που δύναται να προσφέρει. Κάθε φωνή έχει ξεχωριστή έκταση, χροιά, ηχόχρωμα και ιδιοσυστασία. Θα πρέπει εν προκειμένω ο ψάλλων, από νωρίς να αντιληφθεί και να κατανοήσει το εύρος των φωνητικών του δυνατοτήτων και μέσα σ αυτό να προσπαθεί να κινηθεί μουσικά. Αυτό προϋποθέτει κατανόηση του φωνητικού μηχανισμού, γνώση της φώνησης και εν συνεχεία κυρίως ΕΦΑΡΜΟΓΗ και ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ στην πράξη. Υπάρχουν στο διάβα του χρόνου περιπτώσεις αυθαιρεσίας των φωνητικών κανόνων, πράγμα το οποίο επέφερε ολέθρια αποτελέσματα στην φωνή των ανθρώπων αυτών. Η συστηματική και επί μακρόν παραβίαση, ή ακόμα και ΕΚΒΙΑΣΗ των φωνητικών μας δυνατοτήτων και ορίων ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΑ, είναι βέβαιον ότι μακροπρόθεσμα θα επιφέρει την τέλεια χρεοκοπία της φωνής. Ο περισσότερος κόσμος έχει την εντύπωση ότι η φωνή χρεοκοπεί κυρίως από τις διάφορες καταχρήσεις. Βεβαίως συμβάλλουν σημαντικά και οι καταχρήσεις στον εκφυλισμό της φωνής. Οι περισσότερες όμως περιπτώσεις φωνητικού εκφυλισμού οφείλονται στην μακροχρόνια ΚΑΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ, ΚΑΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ, στην άνευ ορίων ΕΚΒΙΑΣΗ ΠΡΟΣ ΚΡΑΥΓΗ της φωνής και το χειρότερο αυτό να γίνεται ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΣΩΣΤΗ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ. Υπάρχουν και περιπτώσεις ανθρώπων, που από άγνοια και μή σωστή καθοδήγηση κατά την διάρκεια της μεταφώνησης στην εφηβική ηλικία, "απόκτησαν" μικρό η μεγαλύτερο πρόβλημα στις φωνητικές χορδές λόγω ανεξέλεγκτων τσιριγμάτων και τα οποία προβλήματα όταν δημιουργούνται σ αυτό το διάστημα είναι δυστυχώς ΜΗ ΑΝΑΣΤΡΕΨΙΜΑ. Εδώ να πούμε, ότι υπάρχει και μία πολύ μικρή κατηγορία ανθρώπων ευνοημένων από την φύση τόσο πλουσιοπάροχα, που δεν χρειάζεται να κάνουν τίποτα από τα παραπάνω, διότι τα έχουν όλα αυτά ασυναίσθητα σε τέλειο βαθμό. Είναι οι λεγόμενες ευλογημένες εξαιρέσεις της φύσεως. Οι φωνές οι τοποθετημένες από μόνες τους. Αυτές οι περιπτώσεις όμως είναι σπάνιες και δεν αποτελούν δικαιολογία για να μην "ψαχτεί" ο καθένας σχετικά με τα θέματα αυτά. Ο ψάλτης που χρησιμοποιεί σωστά την φωνή του εντός των φωνητικών του ορίων και με σωστή αναπνευστική στήριξη, καθηλώνει και ευχαριστεί το εκκλησίασμα. Η φωνή μας, μας καθοδηγεί σε κάθε βήμα κατά την διάρκεια της ψαλμωδίας. Αρκεί να έχουμε ανοιχτά τα "αυτιά της λογικής" για να την ακούσουμε. Άλλες φορές "διαμαρτύρεται" και μας φωνάζει..... "προστάτεψέ με" και άλλες φορές μας φωνάζει.... "τώρα πετάω, γιατί δεν το εκμεταλλεύεσαι???". Ο σωστός χειρισμός της φωνής είναι τελικά μία ψυχοσωματική διεργασία. Υπάρχουν ενίοτε περιπτώσεις ψαλλόντων, οι οποίοι έχοντας ως πρότυπο κάποιον μεγάλο ψάλτη, προσπαθούν να εκτελέσουν κάποιο μάθημα που άκουσαν από αυτόν, στην βάση που το εκτέλεσε ο ίδιος. Στην προκειμένη περίπτωση, εάν η φωνή του ψάλλοντος είναι του ιδίου εύρους και ευελιξίας έχει καλώς. Αν όμως οι δυνατότητες είναι λιγότερες, το μόνο που καταφέρνει ο ψάλλων είναι να στραπατσάρει τον λαιμό του, να ξεφωνίζει, να κάνει "κοκοράκια" και εν τέλει να εκτίθεται ανεπανόρθωτα απέναντι στο εκκλησίασμα. Σ αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να λειτουργεί στον ψάλλοντα η διάκριση, η σύνεση και η αυτογνωσία. Ο τάδε μεγάλος ψάλτης πήρε την συγκεκριμένη βάση γιατί ΚΑΤΙ ΗΞΕΡΕ. Οφείλουμε και εμείς να ξέρουμε ΚΑΤΙ και αναλόγως να πορευόμαστε. Για τον λόγο αυτό "θερίζουν" οι πολύποδες, οι κάλοι και τα οζίδια στις φωνητικές χορδές πολλών που ασχολούνται με την φώνηση, με συνέπεια τα συνεχή χειρουργεία. Όλα αυτά οδηγούν αρκετές φορές σε πάρεση, δηλαδή ΑΤΟΝΙΑ των φωνητικών χορδών, με σταδιακή χρεοκοπία της φωνής. Εδώ θα πρέπει να ΤΟΝΙΣΘΕΙ, ότι στην απόδοση και συνολική αξιολόγηση του ψάλλοντος, μεγαλύτερη σημασία δεν έχει το ΠΟΣΟ ΨΗΛΑ ή χαμηλά εκτείνεται η φωνή του, αλλα το ΤΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ διαθέτει στην συγκεκριμένη έκταση που κινείται. Μπορεί κάποιος ψάλτης να διαθέτει σχετικά μικρό εύρος φωνητικής έκτασης, αλλά να είναι τόσο ΜΑΓΙΚΕΣ οι νότες που βγάζει στην συγκεκριμένη έκταση από πλευράς μελωδίας, που να τον καθιστούν ΜΕΓΙΣΤΟ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ. Και μπορεί αντιθέτως κάποιος άλλος να διαθέτει απεριόριστη έκταση, αλλά η μελωδία, η μουσικότητα και οι νότες που βγάζει να είναι ανεπαρκείς και χαμηλής ποιότητος από πλευράς μελωδικότητας, με αποτέλεσμα να μην συγκινούν κανέναν. Θα πρέπει η φωνή του ψάλλοντος εκεί που κινείται, να είναι ομοιόμορφη, ρωμαλέα, στιβαρή και να μην προδίδει αδυναμία σε καμία φωνητική περιοχή. Αναφέρει ο Στυλιανός Σεφεριάδης( μαθητής, κανονάρχης και αυτήκοος μάρτυς του Μεγάλου ΙΑΚΩΒΟΥ ΝΑΥΠΛΙΩΤΗ ) σε ένα σύγγραμμά του του 1976, ότι.... "... η ψαλτική τέχνη δεν θα είχε την θέση που έχει σήμερα, αν δεν υπήρχαν οι νότες του Ναυπλιώτη απο τον κάτω ΔΙ έως τον άνω ΝΗ, που ήταν κι αυτές με τις οποίες σαγήνευε το ακροατήριο!!!! Δεν του χρειάζονταν παραπάνω. Ήταν ΥΠΕΡΑΡΚΕΤΕΣ για να καθηλώνει τους πάντες. Ήταν οι ΚΑΛΕΣ του νότες αυτές οι 10 με 12 που μάγευαν το ακροατήριο. Αυτές τις νότες τις ονομάζουν οι Ευρωπαίοι με την λατινική λέξη IMMPOSTO, δηλαδή σωστά τοποθετημένες μουσικά και μελωδικά νότες". Συνεπώς το ΑΠΑΝ στην απόδοση του ψάλλοντος είναι Η ΜΕΛΩΔΙΑ της φωνής και μετά όλα τα άλλα. Συνήθιζε να λέει ο ΜΕΓΑΣ ΣΤΑΝΙΤΣΑΣ..... "...φαγητά υπάρχουν πολλά και καλά στην ψαλτική.......ικανούς. ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΥΣ χρειαζόμαστε!!!!". Και κάποια πράγματα τεχνικής φύσεως. Δεν βγάζουμε ποτέ την φωνή μας, όταν την συγκεκριμένη στιγμή έχουμε τάση ρεψίματος. Περιμένουμε λίγο να περάσει και μετά συνεχίζουμε και ας καθυστερήσουμε λίγο. Παράλληλα θα πρέπει να αποφεύγουμε το ΣΥΧΝΟ στιγμιαίο βήξιμο την ώρα που ψάλλουμε. Δημιουργεί ερεθισμό των χορδών και φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Στις δε υψηλές φωνητικές περιοχές, οι ειδικοί συμβουλεύουν ότι πρέπει να "ΚΛΕΙΝΟΥΜΕ" κάπως την φωνή μας (δηλαδή να μην την δίνουμε ολόκληρη από πλευράς έντασης και όγκου) για να διατηρήσει την ομοιομορφία και την στιλπνότητά της. 

Ένα επίσης ΚΕΦΑΛΑΙΩΔΕΣ ζήτημα που άπτεται της σωστής χρήσης της φωνής, είναι το μεγάλο θέμα της επιλογής των τονικών βάσεων που καλείται να επιλέξει ο ψάλλων κατα την διάρκεια των ιερών ακολουθιών. Πρόκειται για άλλη μία ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΧΝΙΚΗ, απο την χρήση της οποίας ο ψάλλων ή θα δημιουργήσει ατμόσφαιρα σωστής απόδοσης, μελωδίας και κατανύξεως με αλώβητη την φωνή του, ή απο την άλλη θα δημιουργήσει άτακτες φωνασκίες, αγχώδεις καταστάσεις, φωνητική και ψυχική υπερκόπωση στον εαυτό του, "κοκοράκια" λόγω αδυναμίας της φωνής να ανταπεξέλθει, με αποτέλεσμα όλο αυτό να δημιουργεί στο εκκλησίασμα συναισθήματα άγχους, δυσφορίας, οίκτου και απαξίωσης για τον ψάλλοντα, ΣΥΝ τις καταστροφικές συνέπειες στην φωνή του. Τα δεδομένα που πρέπει να λαμβάνονται υπ όψιν από τον ψάλλοντα στον καθορισμό των τονικών βάσεων σε οποιαδήποτε στιγμή και για οποιοδήποτε μέλος, πρέπει ΠΑΝΤΑ να είναι 1ον Συνήθης φωνητική έκταση του ψάλλοντος πάνω κάτω. 2ον Φωνητική έκταση του όποιου μαθήματος πάνω κάτω, όπως και ΒΑΘΜΟΣ ΔΥΣΚΟΛΙΑΣ. 3ον Ηχητικές ΚΑΙ ΟΧI ΜΟΝΟΝ συνθήκες που επικρατούν στον χώρο την συγκεκριμένη στιγμή και 4ον Φωνητική κατάσταση του ψάλλοντος ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΔΕΔΟΜΕΝΗ ΣΤΙΓΜΗ. Εκτιμώντας όλα αυτά τα δεδομένα ΓΡΗΓΟΡΑ, θα πρέπει ο ψάλλων να πάρει την ( όσο το δυνατόν ) κατάλληλη για την περίσταση βάση, καλυπτόμενος για όλες τις εκδοχές. Μέγας άθλος για έναν ψάλτη είναι, να προσπαθούν καλοπροαίρετα να τον βρούν οι εκκλησιαζόμενοι έστω και μία φορά σε στιγμή αδυναμίας ή δυσκολίας φωνητικής και να μην τους δίνει το δικαίωμα λόγω σωστής χρήσης της φωνής του. Γενικά η πείρα διδάσκει ότι πρέπει να αφήνουμε κάποια φωνητικά περιθώρια (έναν με δύο τόνους πάνω και κάτω) στην έκτασή μας όταν ψάλλουμε, για να μπορούμε να κινηθούμε πιο άνετα και ξεκούραστα στο μάθημα, έχοντας την επί πλέον ευχέρεια να κάνουμε ΕΡΜΗΝΕΙΑ κατά τον Κωνσταντίνο Πρίγγο. 

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω μία ιδιαίτερη αναφορά στo λεγόμενο ΔΙΑΠΑΣΩΝ ή ΤΟΝΟΔΟΤΗ και την χρήση του. Ο τονοδότης χρησιμεύει στον ψάλτη για να του δίνει έναν σταθερό τόνο ( συνήθως τον ΛΑ ή ΚΕ ), βάσει του οποίου αυτός θα βρει την βάση που θέλει να πάρει για να ψάλλει το οποιοδήποτε τροπάριο στον οποιοδήποτε ήχο. Είναι όντως ένα βοηθητικό μέσον για τον ψάλτη, ειδικά στα αρχικά του βήματα και μέχρι κάποιο χρονικό διάστημα όπου δεν υπάρχει η εμπειρία, η αντίληψη και κυριαρχεί η ανασφάλεια. Μετά όμως απο ένα εύλογο χρονικό διάστημα, αποκτώντας ο ψάλτης την εμπειρία, την αντίληψη και την αυτοπεποίθηση στο αναλόγιο, θα πρέπει κατα την γνώμη μου να ξεφορτωθεί το διαπασών διότι μάλλον ΚΑΚΟ θα του κάνει αν εξακολουθήσει να το χρησιμοποιεί για μια ζωή. Κι αυτό γιατί το διαπασών θα του είναι σαν μία μορφή εξάρτησης και δήθεν στήριξης. Ο ψάλτης από ένα σημείο και έπειτα θα πρέπει να πορεύεται μόνος του, με τη φωνή του να "ζυμώνεται" με τους ήχους, τις εναλλαγές των ήχων, των γενών, των συστημάτων, των ειδών των μελών, των τροπαρίων, των παραχορδών, των μεταβολών, των μεταθέσεων και γενικά με όλο αυτό το οικοδόμημα της ψαλτικής τέχνης, ούτως ώστε να το καταλάβει, να το αφομοιώσει να το αντιληφθεί και να το προσαρμόσει στην φωνή του ΧΩΡΙΣ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ. Να το κάνει κτήμα του ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ και να παίζει στα δάχτυλά του τις βάσεις σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες και απαιτήσεις των μαθημάτων. Οι βάσεις στην ψαλτική δεν είναι ΣΤΑΤΙΚΕΣ και ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ. Ποικίλουν ανάλογα με το μάθημα, την φωνητική κατάσταση του ψάλλοντος και άλλους εξωγενείς και αστάθμητους παράγοντες όπως εξηγήσαμε παραπάνω. Επίσης, η κάθε φωνή χρειάζεται τελείως διαφορετικές βάσεις για να αποδώσει σωστά. Κάποιον ψάλτη που μία τονική βάση τον απογειώνει και τον αναδεικνύει, κάποιον άλλον τον "σκοτώνει", τον εκθέτει και το αντίστροφο. Συνεπώς ο τονοδότης πολύ λίγα πράγματα μπορεί να προσφέρει στον ψάλλοντα, αν αυτός δεν καταλάβει την φωνή του σε σχέση με τα ψαλλόμενα και δεν την "κουμπώσει" σ αυτά. Είναι το λεγόμενο ΤRANSPORTO των Ευρωπαίων, δηλαδή η δυνατότητα που έχει ο ψάλλων να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε τονική βάση στην εκτέλεση του όποιου μαθήματος, με την ΒΑΣΙΚΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ όμως, αυτή του η επιλογή να αναδεικνύει ΣΩΣΤΑ ΚΑΙ την φωνή του ΚΑΙ το ψαλλόμενο μάθημα. Αν δεν συμβεί αυτό, ή ταλαιπωρούμε την φωνή μας και το μάθημα ή αδικούμε την φωνή μας και το μάθημα στηριζόμενοι στο διαπασών λανθασμένα και εντελώς συμβατικά και τυποποιημένα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι πολύ μεγάλοι ψάλτες δεν χρησιμοποίησαν ποτέ τονοδότη στο αναλόγιο, και παρ όλα αυτά έπαιρναν πάντα με έναν μαγικό τρόπο την ιδανική βάση για το κάθε ψαλλόμενο μάθημα σε σχέση με την φωνή τους. Δυστυχώς αρκετοί το διαπασών το έχουν για προέκταση του χεριού τους στο αναλόγιο. Χτύπημα ή σφύριγμα σε κάθε αλλαγή τροπαρίου ή ήχου κάθε 3 λεπτά, με αποτέλεσμα να δίνουν την εικόνα στο εκκλησίασμα ότι περισσότερο ασχολούνται με την χρήση του τονοδότη, παρά με την ψαλμωδία αυτή καθ αυτή. Επίσης σε αρκετούς ψάλτες υπάρχει κατά την διάρκεια της ψαλμωδίας η τάση για συνεχές τσεκάρισμα με τον τονοδότη, για το αν η αρχική βάση έχει διαφοροποιηθεί προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Άποψή μου είναι ότι όλο αυτό αποσυντονίζει τον ψάλλοντα, του δημιουργεί πρόσθετο άγχος και του αφαιρεί σε ένα βαθμό την απαιτούμενη αυτοσυγκέντρωση στην απόδοση των ψαλλομένων. Συνεπώς η συχνή χρήση του τονοδότη εν ώρα ψαλμωδίας, μάλλον προσθέτει προβλήματα στον ψάλλοντα, παρά τον βοηθά. Θυμίζει τις βοηθητικές ρόδες στο ποδήλατο, οι οποίες κάποια στιγμή απαιτείται πλέον να φύγουν όταν μάθουμε ισορροπία. Το διαπασών προσφέρει ουσιαστική βοήθεια ΜΟΝΟ στα αρχικά στάδια του ψάλλοντος. Εκεί που είναι όμως πράγματι απαραίτητο, είναι στις συναυλίες και χορωδιακές εκτελέσεις για να συγχρονίζονται όλοι οι χορωδοί και φυσικά στις διάφορες ηχογραφήσεις. 

Τέλος, για να κλείσω αυτό το σημαντικό κεφάλαιο περι σωστού χειρισμού της φωνής, να πώ οτι κατα την γνώμη μου ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ στο ζήτημα της τοποθέτησης, της στήριξης και του χειρισμού της φωνής στις μέρες μας, είναι αναμφισβήτητα και αδιαφιλονίκητα ο ΑΡΧΩΝ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ κ. ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΤΑΛΙΑΔΩΡΟΣ, του οποίου ο λάρυγξ πρέπει να γίνει αντικείμενο μελέτης και έρευνας απο τους ειδικούς και τους ασχολουμένους με την ψαλτική τέχνη και την φώνηση. Σε ηλικία σήμερα 90 ετών!!!! παραμένει ΦΩΝΗΤΙΚΑ ΑΛΩΒΗΤΟΣ λαμβανομένης υπ όψιν βεβαίως και της ενενηκονταετούς φυσικής βιολογικής φθοράς. Αν και προικοδοτήθηκε με δώρημα τέλειον άνωθεν, εν τούτοις σε όλη του την ιεροψαλτική σταδιοδρομία έκανε σωστή, πειθαρχημένη και λελογισμένη χρήση του χαρίσματός του, τηρώντας με θρησκευτική ευλάβεια τους θεμελιώδεις κανόνες που προανεφέρθησαν. 

6ον ΕΚΤΕΛΕΣΗ. 
Η εκτέλεση του μέλους στην ψαλτική τέχνη είναι μείζονος σημασίας, παίζει πρωτεύοντα ρόλο σε ότι αφορά το ορθώς ψάλλειν και χαρακτηρίζει έναν ικανό και άριστο ψάλτη, από έναν μετρίων ικανοτήτων και γνώσεων αντίστοιχα. Αποτελεί το λεγόμενο "σερβίρισμα" δηλαδή την παρουσίαση του μέλους που σε άλλες περιπτώσεις καθηλώνει τον εκκλησιαζόμενο, ενώ σε κάποιες άλλες τον αφήνει ανικανοποίητο και αδιάφορο. Η εκτελεστική δεινότητα ενός ψάλτου εξαρτάται κυρίως 1ον από τις φωνητικές του δυνατότητες 2ον απο την εν γένει μουσική γνώση και συγκρότηση που διαθέτει και 3ον απο τα σωστά ακούσματα που έχει στ αυτιά του συνολικά. Αυτά τα τρία στοιχεία θα πρέπει να συνυπάρχουν αλληλοσυμπληρούμενα σε έναν δεινό εκτελεστή της ψαλτικής τέχνης. Με δεδομένα μόνον τα δύο πρώτα στοιχεία, η εκτέλεση μπορεί να είναι μουσικά και τεχνικά σε πολύ ικανοποιητικά επίπεδα. Η εκτέλεση όμως ενός ψάλτου που συγκεντρώνει ΚΑΙ τις τρεις παραπάνω προϋποθέσεις, διαφέρει κατά πολύ από την εκτέλεση κάποιου που διαθέτει μόνον τις δύο πρώτες. Η φωνή και η μουσικοτεχνική συγκρότηση στον ψάλτη, δεν είναι στοιχεία ικανά από μόνα τους να συγκινήσουν το εκκλησίασμα σε θρησκευτικό επίπεδο, εάν δεν συνοδεύονται και από το "άρωμα" με τα απαραίτητα ακούσματα μεγάλων, σοβαρών και παραδοσιακών εκτελεστών της ψαλτικής τέχνης. Το άκουσμα της εκτέλεσης ενός καλλιφώνου, τεχνικά συγκροτημένου και συγχρόνως με παραδοσιακές καταβολές ψάλτου, διαθέτει επι πλέον το λεγόμενο "άνοιγμα και γέμισμα" του μέλους με τις παραδοσιακές αναλύσεις, θέσεις και ιδιώματα, στοιχεία συνολικά που είναι ικανά να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα κατανύξεως και θρησκευτικής εξάρσεως στις ψυχές των πιστών, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ως εισαγωγή στην μνημειώδη έκδοση του ΤΡΙΩΔΙΟΥ του αειμνήστου Άρχοντος πρωτοψάλτου της ΜτΧΕ Θρασυβούλου Στανίτσα, ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος πρώην Αμερικής κυρός Ιάκωβος ( αναφερόμενος τότε φυσικά στον Άρχοντα ). 

Σε ορισμένες περιπτώσεις η εκτέλεση ( παρότι μουσικά και τεχνικά άρτια ) ενδέχεται να εκτραπεί προς κοσμικόν, ηδονικόν, εξωτερικόν άκουσμα, δημιουργώντας αυτομάτως ατμόσφαιρα καθαρά ευχαρίστησης και τέρψης της ακοής με ότι αυτό συνεπάγεται για την Θεία λατρεία. Σ αυτές τις περιπτώσεις εξαφανίζεται εκατέρωθεν η εκκλησιαστικότητα στον χώρο του ναού και η όλη ατμόσφαιρα παραπέμπει σε κοσμικές καταστάσεις. Το δε χειρότερο είναι, ότι ενίοτε ενθαρρύνονται και μάλιστα επιδοκιμάζονται και επιβραβεύονται με θέρμη παρόμοιες εκτελέσεις απο κάποιους αδαείς, οι οποίοι δυστυχώς δεν έχουν καμμία απολύτως συναίσθηση της ιερότητος του χώρου του ναού, αλλα απλά αρέσκονται σε τέτοιου είδους ακούσματα καθαρά με κοσμικά κριτήρια. Οι συγκεκριμένοι δε "πιστοί" μέσα στην εγκληματική άγνοιά τους, κάνουν συγχρόνως και κακό σε υπέροχους και πολύ μεγάλους εκτελεστάς, με το να τους ωθούν, να τους κολακεύουν και να τους ενθαρρύνουν να χρησιμοποιήσουν όλο και περισσότερα κοσμικά και εξωτερικά στοιχεία στις εκτελέσεις τους μόνο και μόνο για να ικανοποιηθούν τα λανθασμένα ( αν μη τι άλλο) για Θεία λατρεία "μουσικά αισθητήριά τους". Σύμφωνα δε με την "λογική" των εν λόγω "πιστών", ο ψάλτης που καλείται κάπου να ψάλλει δεν θα έχει καμμία απολύτως επιτυχία και απήχηση εάν δεν ψάλλει με "νταλγκά και μεράκι". Δεν θα τύχει της ανάλογης αποδοχής εάν δεν "το γλυκάνει λίγο" όπως χαρακτηριστικά το ερμηνεύουν με νόημα. Δυστυχώς υφίσταται η συγκεκριμένη νοοτροπία σε ορισμένες περιπτώσεις ( ιδίως σε πανηγύρεις ) και η ευθύνη πιστώνεται εξ ολοκλήρου στους κατά τόπους "μερακλήδες πιστούς" και το χαμηλό επίπεδο εκκλησιαστικής και μουσικής παιδείας που τους διακρίνει. Ο ψάλτης σε παρόμοιες περιπτώσεις κατά την άποψή μου θα πρέπει να είναι ανένδοτος και προσηλωμένος αδιαπραγμάτευτα στις επιβαλλόμενες εκκλησιαστικές εκτελέσεις είτε αρέσουν σε κάποιους είτε όχι. Δεν θα πρέπει να υπάρχουν "εκπτώσεις" και κατά συνθήκη προσαρμογές στην ψαλτική τέχνη, διότι είναι δυστυχώς πολύ εύκολο στην εκτέλεση του μέλους να υπερβούμε τις λεπτές διαχωριστικές γραμμές που οριοθετούν την ιεροπρέπεια από την κοσμικότητα, εάν δεν έχουμε ισχυρά βιωματικά και ακουστικά αντισώματα και ερείσματα από νωρίς στην ιεροψαλτική μας πορεία. Πιστεύω ακράδαντα ότι ένας μεγάλος ψάλτης και εκτελεστής αναδεικνύει στο μέγιστο βαθμό τα προσόντα του μέσα από σοβαρές εκτελέσεις. Κατ αυτόν τον τρόπο γαλουχείται και το εκκλησίασμα σε προσευχητική και μυστηριακή διάθεση. Ο ψάλτης είναι ο καθοριστικός και καταλυτικός παράγων στην Θεία λατρεία και με τον τρόπο ψαλμωδίας του κατευθύνει ανάλογα και την ψυχική διάθεση και γενικά την ψυχική συμπεριφορά των εκκλησιαζομένων. Είναι ο αποκλειστικά "υπεύθυνος" για όλα αυτά που θα "εκμαιεύσει" στο εκκλησίασμα.

Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις η εκτέλεση μπορεί να είναι σωστή στο σύνολό της, αλλα πολύ στατική, "ξερή και στεγνή", άχρωμη και εντελώς μετροφωνική, δηλαδή τελείως προσηλωμένη κατα γράμμα στις επιταγές του μουσικού κειμένου όπως το βλέπουμε, χωρίς φαντασία. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η εκτέλεση έχει εκκλησιαστικό χαρακτήρα πλην όμως πάσχει από μία ξηρότητα λόγω μη ανάλυσης του μέλους. Είναι η λεγόμενη μετροφωνική εκτέλεση.

Δεν θα επεκταθώ πολύ στις διάφορες καντάδες, στις τριφωνίες και τετραφωνίες, όπως και στα γραφικά σεγοντάκια κατά την εκτέλεση της ψαλμωδίας, ( ελέω κάποιων κληρικών ) νοοτροπία που καταδεικνύει πλήρη άγνοια της ψαλτικής και το χειρότερο εθίζει αρνητικά και το εκκλησίασμα σε καταστάσεις παντελώς ξένες προς την ορθόδοξη ανατολική παράδοση της Θείας λατρείας, αλλοιώνοντας κατα συνέπεια και την θρησκευτική του αυτοσυνειδησία. 

Όπως επίσης και σε κάποια γλυκανάλατα τραγουδάκια του τύπου Αγνή παρθένε Δέσποινα... Πού πορευθώ... Ένας είν ο Κύριος... Εξομολογείσθε τω Κυρίω... Κύριε ο Κύριος ημών... κλπ, που δυστυχώς έχουν εισχωρήσει κι αυτά εδώ και πολλές δεκαετίες στην Θεία λατρεία και ικανοποιούν κάποιο αδαές εκκλησίασμα, το οποίο ούτε καν υποπτεύεται το τί και πώς θα πρέπει να ακούγεται μέσα στον ναό, για τον απλούστατο λόγο οτι έτσι γαλουχήθηκε σε όλη του την ζωή απο τις εν λόγω "εκτελέσεις". 

Επανερχόμενος στην αρχική τοποθέτηση, να πούμε ότι η εκτέλεση ενός παραδοσιακού ψάλτου αναπτύσσει, εξελίσσει και απογειώνει το μουσικό κείμενο. Η φωνή του κινείται συνεχώς "έξω" από το μέλος με φαντασία και σωστές αναλύσεις, διατηρώντας όμως παράλληλα την δομή του μέλους, όπως επίσης και τον σοβαρό και κατανυκτικό χαρακτήρα της μελωδίας. Κάθε μέλος ( κατά τον Θρασύβουλο Στανίτσα ) όπως είναι γραμμένο σημειογραφικά έτσι νέτα σκέτα, θέλει την σωστή ανάλυσή του, την ανάπτυξή του και τον σωστό χρωματισμό του. Αυτό όμως για να το κατορθώσει κάποιος ψάλτης, θα πρέπει να το έχει ακούσει από την "πηγή του" που δεν είναι άλλη από τις ηχητικές μαρτυρίες και εκτελέσεις διαχρονικά των μεγάλων πρωτοψαλτών και λαμπαδαρίων του πατριαρχικού ναού του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των κατα τόπους άξιων συνεχιστών τους. Αυτός ο τρόπος εκτέλεσης και απόδοσης αποτελεί την άγραφη προφορική παράδοση αιώνων και δεν διδάσκεται, αλλά "ΚΛΕΒΕΤΑΙ" ακουστικά από τον μαθητή, εάν και εφόσον συνηγορήσουν αθροιστικά κάποιοι παράγοντες στην πορεία του. Και όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Κωνσταντίνος Πρίγγος ".......η μοναδική περίπτωση κατά την οποία επιτρέπεται η "κλεψιά" είναι στην "κλοπή" του εκτελεστικού ή άλλως πατριαρχικού ύφους της ορθοδόξου ανατολικής Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας". Δηλαδή του τρόπου ψαλμωδίας ο οποίος δημιουργήθηκε, καθιερώθηκε και μεταλαμπαδεύτηκε από αιώνες στον πάνσεπτο πατριαρχικό ναό της Κωνσταντινουπόλεως, δια μακράς, συνεχούς και ομοιομόρφου ασκήσεως, όπως χαρακτηριστικά και με ακρίβεια το ορίζει ο Άρχων Χαρίλαος Ταλιαδώρος. Συνεπώς κάποιος ταλαντούχος και πολλά υποσχόμενος ψάλτης, θα πρέπει κατά την γνώμη μου να αναζητά και να μυείται σε εκτελέσεις μελών από μεγαθήρια της ψαλτικής τέχνης τόσο σε επίπεδο φωνητικών ικανοτήτων, όσο όμως και σε επίπεδο σοβαρού και παραδοσιακού τρόπου εκτέλεσης. 

Να σημειώσουμε τέλος κάτι σε ότι αφορά τις διάφορες αναλύσεις. Καλό θα είναι ο ψάλτης να μην φθάνει και σε υπερβολή πολλαπλών και συνεχών αναλύσεων αυθαίρετα, διότι η υπερβολική χρήση τους οπουδήποτε στο μουσικό κείμενο ασύστολα και ανεξέλεγκτα, αλλοιώνει την φυσιογνωμία των μελών, τα κάνει κουραστικά και δημιουργεί κορεσμό στο εκκλησίασμα. Οτιδήποτε γίνεται καθ’ υπερβολήν είναι ζημιογόνο στο συνολικό αποτέλεσμα. Οι διάφορες αναλύσεις θα πρέπει να γίνονται εκεί που είναι χρήσιμες και τις ζητά το μουσικό κείμενο και όχι ανεξέλεγκτα και εμμονικά. 

Κλείνοντας αυτό το σημαντικότατο κεφάλαιο, να πούμε ότι γενικά το ζήτημα της εκτέλεσης στην ψαλτική τέχνη θέλει πολύ ψάξιμο, βαθιά γνώση και εξαρτάται συν τοις άλλοις και απο την πηγαία και έμφυτη καλλιέργεια και ΔΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ του ψάλτου. 

7ον ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ. 
Το ζήτημα αυτό είναι και το ΜΕΓΑΛΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ για την ψαλτική τέχνη και τον ψάλτη. Αποτελεί την ΤΕΛΕΙΩΣΗ του ψάλτου. Και όταν μιλάμε για ερμηνεία, δεν εννοούμε κάποιες θεατρινίστικες καταστάσεις σε στύλ Αρχαίας τραγωδίας. Ούτε πάλι καταστάσεις σαν να μεταδίδουμε δελτίο ειδήσεων στην νοηματική. Δεν προσφέρεται η ψαλτική για τέτοιες καταστάσεις. Η ψαλτική δεν είναι Θέατρο με κινήσεις των χεριών, "συντριβές", "σπαραγμούς" και "λυγμούς", που "βαφτίζονται" ερμηνευτική δυνατότητα. Ούτε καν είναι η άψογη απόδοση της έντεχνης πλευράς του κομματιού, η οποία σαφώς παίζει και αυτή πολύ σπουδαίο ρόλο. Αλλα αυτό είναι η ΕΚΤΕΛΕΣΗ και όχι η ΕΡΜΗΝΕΙΑ. Δυστυχώς ορισμένοι κάπως έτσι αντιλαμβάνονται το ζήτημα ερμηνεία. Η ερμηνεία στην ψαλτική προϋποθέτει κατ αρχάς να κατανοήσουμε το εκάστοτε εκκλησιαστικό κείμενο που καλούμεθα να ψάλλουμε. Να το κατανοήσουμε 1ον εγκυκλοπαιδικά και 2ον Θεολογικά. Αυτό προϋποθέτει συνεχή τριβή με τα εκκλησιαστικά κείμενα και εν γένει με την εκκλησιαστική γλώσσα. Μόνον έτσι κατανοώντας εννοιολογικά και θεολογικά το όποιο κείμενο, θα μας δοθεί η δυνατότητα να κάνουμε κάποιες προσεγμένες ερμηνευτικές παρεμβάσεις με επιτυχία κατα την απόδοση. Αυτό όμως για να επιτευχθεί θα πρέπει να είμαστε ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΙ με τα εκκλησιαστικά κείμενα. Αναφέρει ο Άρχων Χαρίλαος Ταλιαδώρος ότι.... "για να συγκινήσει ο ψάλτης το εκκλησίασμα, θα πρέπει πρωτίστως να συγκινηθεί ο ΙΔΙΟΣ με αυτό που ψάλλει!!!! ".. Μόνον έτσι θα περάσει το αποτέλεσμα στο ακροατήριο. Εξετάζοντας το ζήτημα παρατηρούνται κάποια πράγματα. Αρκετοί ψάλλοντες κατά την διάρκεια της ψαλμωδίας, αναλώνονται στο να δίνουν περισσότερη σημασία σε τεχνικά τερτίπια του μουσικού κειμένου, όχι και τόσο μεγάλης σημασίας για την ουσία του μαθήματος. Π.χ, ένα "Δόξα Πατρί..." είτε απλά το πεί κάποιος, είτε τραβώντας το δύο λεπτά, δεν έχει κανένα νόημα επι της ουσίας. Αυτό που μετράει είναι η συνολική απόδοση του δοξαστικού που ακολουθεί. Δηλαδή να μην βλέπουμε το κουκουνάρι και χάνουμε το δάσος. Να μην έχουμε δηλαδή την τάση να προσπαθούμε να αναδεικνύουμε τα επουσιώδη, αλλα να επικεντρωνόμαστε στην ουσία του ύμνου Και ειδικά στα δοξαστικά ( τα οποία θεωρώ τα κατ εξοχήν προσφερόμενα για ερμηνεία ) το υπερβολικό "στόλισμα" με έντεχνες θέσεις κατ’ εξακολούθησιν, αφαιρεί το στοιχεία της επι της ουσίας ερμηνείας που ζητούν τα μέλη αυτά. Στις περιπτώσεις αυτές, η έντεχνη επένδυση και τα πολλά μουσικά στολίδια, υπηρετούν την μουσική εκτέλεση ως αυτοσκοπό και όχι την ερμηνεία. Μέσα στην υπερβολή των πολλών "μπαχαρικών" χάνεται στην κυριολεξία ο λόγος και το κείμενο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, δυστυχώς πολλές φορές το κείμενο υφίσταται και ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ αντί για ερμηνεία απο διαφόρους που αντιλαμβάνονται τελείως αντίθετα την έννοια του κειμένου σε ορισμένες φράσεις. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή που "καυτηρίαζε" πολλάκις ο Θρασύβουλος Στανίτσας, σχετικά με την φράση του στιχηρού του Πάσχα.... "Τί θρηνείτε, τον άφθαρτον ώς εν φθορά..... και συγκεκριμένα στην φράση...."Τί θρηνείτε? Εδώ, ( έλεγε ο Στανίτσας ).... "..... ο άγγελος στην ουσία λέει στις γυναίκες ΜΗΝ ΚΛΑΙΤΕ, υπονοώντας εμμέσως πλήν σαφώς ότι ΑΝΕΣΤΗ, άρα έχουμε ΧΑΡΑ και όχι λύπη.... και κάποιοι ΑΝΟΗΤΟΙ κάθονται και "ΚΛΑΙΝΕ" πέντε λεπτά στο Θρηνείτε!!!! ".. Κλασσική περίπτωση παρερμηνείας, στρεβλής κατανόησης και αλλοίωσης του νοήματος του κειμένου. .Ώς προς το ζητούμενο λοιπόν, θα πρέπει κατα την γνώμη μου να βλέπουμε ΠΙΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΚΑΙ το εκκλησιαστικό κείμενο αλλα ΚΑΙ το μουσικό κείμενο, βγάζοντας ένα ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΔΥΟ και αυτό να το βγάζουμε στην απόδοση ΤΟΝΙΖΟΝΤΑΣ κάποιες λέξεις και κάποιες φράσεις κλειδιά με μία δυναμική, δίνοντας την ανάλογη βαρύτητα και έμφαση πάντα με την δέουσα σοβαρότητα..... και ΟΧΙ να βλέπουμε το κομμάτι "μυωπικά" δηλαδή συλλαβή- συλλαβή και νότα-νότα, αναδεικνύοντας μόνον κάποια τεχνικά στοιχεία. Συλλαβή- συλλαβή στο ποιητικό κείμενο και νότα-νότα στο μουσικό κείμενο, το μόνο που καταφέρνουμε, είναι να κάνουμε ΑΠΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ όπως στο Αλφαβητάρι του Δημοτικού σχολείου. Να τονίσουμε τέλος, ότι από την πληθώρα των τροπαρίων της Θείας λατρείας στους ορθοδόξους ναούς, αυτά που προσφέρονται περισσότερο για ερμηνεία είναι τα δοξαστικά του όλου ενιαυτού και τα αντίστοιχα στιχηρά ιδιόμελα.

8ον ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ. 
Τα ακούσματα αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για την μετέπειτα πορεία του ψάλτου και ουσιαστικά του διαμορφώνουν το ψαλτικό DNA. Ένας νέος ψάλτης που ξεκινά την ιεροψαλτική του πορεία και ειδικά σήμερα με την δυνατότητα που παρέχει το ίντερνετ, "βομβαρδίζεται" από κάθε είδους ακούσματα. Χωρίς πολλές επεξηγήσεις και αναλύσεις διότι είναι <<ευαίσθητο θέμα>>, άποψή μου είναι ότι θα πρέπει να έχουμε σαν οδηγό ότι μας έχει παραδοθεί ηχητικά, ΚΥΡΙΩΣ από τους μεγάλους πρωτοψάλτας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. του εικοστού αιώνος, όπως και τους μεγάλους Θεσσαλονικείς πρωτοψάλτας. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει οτι θα πρέπει να είμαστε τελείως περιχαρακωμένοι και απόλυτα δογματικοί στις απόψεις μας. Κατα την γνώμη μου, ο έξυπνος ψάλτης θα πρέπει να είναι ΑΝΟΙΧΤΟΣ σε οτιδήποτε θετικό και σωστό, απο οπουδήποτε και αν αυτό προέρχεται. Να μαζεύει σαν την μέλισσα απο παντού οτιδήποτε τον εκφράζει και ΚΥΡΙΩΣ να μην είναι περιχαρακωμένος φανατικά σε "ιεροψαλτικά στρατόπεδα", απορρίπτοντας απριόρι με ανόητο "ιεροψαλτικό χουλιγκανισμό" ότι δεν ανήκει και δεν εκφράζει το δικό του "στρατόπεδο". Παντού υπάρχουν στολίδια να πάρουμε, έχοντας φυσικά κατασταλαγμένη την φυσιογνωμία μας. Μία μόνο επισήμανση σε ότι αφορά τα ακούσματα που έχουμε ο καθένας στα αυτιά μας. Υπάρχει η τάση σε αρκετούς να εντυπωσιάζονται από καινοτόμες τεχνικές και φανταχτερές θέσεις στα διάφορα ψαλλόμενα και να θέλουν να τις μιμηθούν. Είναι φυσιολογικό. Αυτά όμως μπορεί να τα κάνει κάποιος αν θέλει σε ένα χερουβικό, σε ένα κοινωνικό, σε ένα δύναμις, σε ένα Άξιον Εστίν, σε ένα κράτημα κλπ. Στα υπόλοιπα ψαλλόμενα του ενιαυτού ( όπως π.χ η ακολουθία του όρθρου, η ακολουθία του εσπερινού, τα του Τριωδίου, της Μεγάλης. Εβδομάδος, Πεντηκοσταρίου, Ακαθίστου ύμνου, Παρακλητικού κανόνος, Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών και τόσων άλλων), εκεί δεν χωρούν διαφοροποιήσεις και καινοτομίες. Όλα είναι κωδικοποιημένα και σταθερά, ουδεμία δε απόκλιση προς το νεοφανές επιτρέπεται. Δεν μπορούν π.χ να αλλοιωθούν στον όρθρο των Κυριακών τα καθίσματα, οι αναβαθμοί, οι κανόνες, οι καταβασίες, η τιμιωτέρα, τα εξαποστειλάρια και οι αίνοι ούτε κατ ελάχιστον. Επίσης χρήσιμο θα ήταν ο κάθε ψάλτης να αποκτήσει ένα "ρεπερτόριο" μαθημάτων τα οποία θα εμπεδώσει, θα κατανοήσει, και κυρίως θα πηγαίνουν στη φωνή του, ούτως ώστε να τα αποδίδει ευχάριστα και σωστά. Όχι τόσο κάποια που θα ήθελε να πει, ( ευχής έργον θα ήταν να λέει ότι του αρέσει ) αλλά αυτά που λέγοντάς τα, θα έχει την καλύτερη δυνατή απόδοση σε σχέση με τις φωνητικές του δυνατότητες. Και εδώ αναφέρομαι κυρίως σε μαθήματα της Θείας Λειτουργίας.

9ον ΕΜΜΕΛΗΣ ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ. 
Η εμμελής απαγγελία είναι η αναγγέλλουσα εκφορά του κειμένου και ίσταται ανάμεσα στην καθαρώς ψαλτική εκτέλεση και στην απλή ανάγνωση ή κοινώς διάβασμα. Στην εμμελή απαγγελία εντάσσονται οι ευαγγελικές περικοπές, τα αποστολικά αναγνώσματα, το << Άσπιλε...,Σήμερον κρεμάται...κλπ. Εδώ η ζώσα παράδοση της εκκλησίας μας επιτάσσει να υπάρχει αυτού του είδους η απόδοση των συγκεκριμένων αποσπασμάτων, εις τρόπον ώστε να κυριαρχεί το κείμενο και ο λόγος. Για τον λόγο αυτό καθιέρωσε την μουσική απαγγελία εις την χρόαν του κλιτού, τρόπος που διασώζει τον λιτό, σοβαρό και εκκλησιαστικό χαρακτήρα της απαγγελίας και συγχρόνως αναδεικνύει τον λόγο του κειμένου, που είναι και το ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ στην εμμελή απαγγελία. Κάθε άλλη μορφή απόδοσης της εμμελούς απαγγελίας με εκτενή και έντεχνο μουσικό τρόπο, δεν προσφέρει απολύτως τίποτα, αντιθέτως κακοποιεί και διαστρεβλώνει βάναυσα το ιερό κείμενο. Απαιτείται συνεπώς εκ μέρους του απαγγέλλοντος ψάλτου ή ιερέως σύνεση, λιτότητα, αυτοσυγκράτηση και το κυριότερο γνώση και κατανόηση του κειμένου με σωστή απαγγελία και άρθρωση. Επίσης είναι εξ ίσου απαράδεκτον να ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ εκ μέρους των ιερέων οι ευαγγελικές περικοπές για λόγους φωνητικής οικονομίας. Τα συγκεκριμένα αναγνώσματα ούτε ΨΑΛΛΟΝΤΑΙ αλλα και ούτε ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ. ΑΠΑΓΓΕΛΟΝΤΑΙ στοιχειωδώς μουσικά. 

10ον ΑΠΗΧΗΜΑ. 
Το απήχημα κατα την ψαλμωδία είναι μία μικρή εναρκτήρια ήχηση της φωνής του ψάλτου, που σκοπό έχει να τον εισαγάγει στο μέλος που ακολουθεί. Έχει χαρακτήρα αυτοσυγκέντρωσης και συντονισμού της φωνής σε όλα αυτά που θα ακολουθήσουν. Είναι απαραίτητο στοιχείο της μελωδίας, για να υπάρχει ο απαιτούμενος έλεγχος της μετέπειτα πορείας του μέλους. Εδώ ωστόσο να σημειώσουμε ότι υπάρχει μία μερίδα ψαλτών οι οποίοι αρέσκονται σε μακροσκελή και δυσνόητα απηχήματα κατά την διάρκεια των ακολουθιών, νοοτροπία η οποία ακολουθείται από αρκετούς ψάλτες και στηρίζεται στην φιλοσοφία του να αναβιώσουν στην πράξη τα παλαιότερα και εκτενέστερα απηχήματα, που προσδιορίζουν επακριβέστερα τους διαφόρους ήχους και τα παρακλάδια τους. Πρόκειται για καλών προθέσεων νοοτροπία και πρακτική, πλήν όμως κατά την γνώμη μου άνευ ουσίας. Πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι το απήχημα γίνεται από τον ψάλτη περισσότερο για να τον εισαγάγει στην τονική βάση του ήχου και όχι τόσο στον ίδιο τον ήχο. Βάση κυρίως απηχεί ο ψάλλων και όχι ήχο. Τον ήχο που ακολουθεί υποτίθεται ότι τον κατέχει άριστα όπως και τον κάθε ήχο. Συνεπώς οι συνεχείς εναλλαγές μακροσκελών και δυσνόητων απηχημάτων κατά την διάρκεια των ακολουθιών, καταδεικνύουν μάλλον ή τάση επίδειξης μουσικών γνώσεων ή προσπάθεια εμπέδωσης του ήχου συνολικά μέσω μακροσκελών απηχημάτων ή και τα δύο μαζί. Και αν μεν ισχύει το πρώτο, δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα επί της ουσίας, διότι η κατάρτιση, συγκρότηση και επάρκεια ενός ψάλτου φαίνεται ΟΥΤΩΣ Η ΑΛΛΩΣ κατά την εκτέλεση των διαφόρων μελών στις ακολουθίες και δεν χρειάζεται το απήχημα για να την επιβεβαιώσει. Εκτός και αν ισχύει το δεύτερο, οπότε αυτό αποτελεί μία συγκεκριμένη νοοτροπία και πρακτική που δεν μπορεί παρά να γίνει εν μέρει σεβαστή. Προσωπική μου άποψη είναι ωστόσο ότι τα απηχήματα θα πρέπει να είναι λιτά και μονοσύλλαβα στις περισσότερες των περιπτώσεων. Εδώ να τονισθεί ιδιαιτέρως ότι ΟΥΔΕΙΣ πατριαρχικός ψάλτης ή του ευρύτερου πατριαρχικού κλίματος χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί αυτού του είδους τα απηχήματα παρά μόνον την μονοσύλλαβη βάση του κάθε ήχου με ένα ΝΕ. Κυριαρχεί και σ αυτόν τον τομέα η απλότητα και η λιτότητα, όπως και σε όλα τα υπόλοιπα της ψαλτικής τέχνης. Εκεί που επικεντρώνεται το ευρύτερο πατριαρχικό κλίμα είναι η ΟΥΣΙΑ και μόνον αυτή, χωρίς πολλά μπιχλιμπίδια. Τα εξεζητημένα απηχήματα δεν αφαιρούν φυσικά τίποτα από το οικοδόμημα της ψαλτικής, αλλά ούτε και προσθέτουν τίποτα ουσιαστικό. Πρόκειται απλά για έναν υπερβάλλοντα ζήλο. Το απήχημα απλά αποτελεί ένα εναρκτήριο στοιχείο της μελωδίας και δεν θα πρέπει να του δίνουμε μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτήν που του αναλογεί. 

11ον ΙΣΟΚΡΑΤΗΜΑ. 
Λίγα πράγματα περί ισοκρατήματος. Το ισοκράτημα στην ψαλτική τέχνη είναι ένα πολύ σημαντικό ""εργαλείο" που βοηθά σε ένα μελωδικότερο, αρμονικότερο και εν τέλει ποιοτικότερο άκουσμα της μελωδίας. Πορεύεται παράλληλα με το μέλος, υπακούει όμως σε δικούς του κανόνες και μεθοδολογία που έχουν να κάνουν με αρμονικές συνηχήσεις σε σχέση με το μέλος, προσδίδοντας στην μελωδία ένα όμορφο αρμονικό "χαλί" για να στηριχθεί και να πατήσει. Είναι κάτι σαν την μπάσο κιθάρα στην ορχήστρα. Συνεπώς αυτός που θα κληθεί να θέσει το ισοκράτημα και που θα κληθεί επίσης να ισοκρατήσει, θα πρέπει να είναι το ίδιο μουσικός και εμβριθής στην ψαλτική τόσο, όσο και ο ψάλτης και φυσικά καλλίφωνος. Ειδάλλως, με το να ανατίθεται το ισοκράτημα σε ανθρώπους που έχουν άγνοια του πράγματος μόνο και μόνο επειδή βρέθηκαν στον χώρο του αναλογίου περιστασιακά, το αποτέλεσμα θα είναι αρνητικό και ζημιογόνο ακόμα και για έναν καλλιφωνότατο ψάλτη ( ιδίως γι αυτόν ). Προτιμότερο χίλιες φορές είναι να ψάλλει κάποιος ΑΝΕΥ ισοκρατήματος, παρά με ισοκράτημα "μαϊμού" που καταστρέφει την όλη εικόνα. Το σωστό και συγκροτημένο ισοκράτημα δυστυχώς σπανίζει και είναι προνομιούχοι οι ψάλτες που διαθέτουν εμβριθείς και μουσικούς συνεργάτες. Επίσης το ισοκράτημα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατα την διάρκεια της ψαλμωδίας ως αυτοσκοπός, με την τάση να θέλει να "εναρμονίσει" μέχρι και την τελευταία νότα της μελωδίας. Η ψαλτική δεν τα θέλει όλα "εναρμονισμένα" στην εντέλεια. Υπάρχουν και πολλά σημεία που δεν επιδέχονται αρμονική συνήχηση. Θα πρέπει κατά την άποψή μου να αποφεύγεται η κατάχρηση του ισοκρατήματος δήθεν για "καλλωπιστικούς λόγους", διότι πολλές φορές το άκουσμα ενός μέλους με συνεχείς εναλλαγές ισοκρατημάτων σε κάθε τέσσερις πέντε φθόγγους του μουσικού κειμένου, δίνει τελικά την εντύπωση στον εκκλησιαζόμενο οτι μάλλον το μέλος υποβοηθά το ισοκράτημα και ΟΧΙ το ισοκράτημα το μέλος. Το ισοκράτημα υποβοηθά διακριτικά και σεμνά την μελωδία και δεν την υποκαθιστά ή την υποσκελίζει φορτώνοντάς την με αλαζονεία, στο όνομα της δήθεν "αρμονίας". Έτσι κακοποιείται και διαστρεβλώνεται και το ΙΔΙΟ ΤΟ ΜΕΛΟΣ από την υπερφόρτωσή του με συνεχή και ανούσια ισοκρατήματα. Το ισοκράτημα θα πρέπει να τίθεται με βαθιά γνώση και με καθαρά διαστηματικούς κανόνες, που έχουν σαν βάση κυρίως την συνήχηση της τετραφωνίας επί τω βαρύ, να υποβοηθά σε βάθος την μελωδία και όχι να είναι "ρηχό" περιστασιακό, επιφανειακό και εντελώς ευκαιριακό. 

12ον ΤΥΠΙΚΟΝ. 
Ενα ζήτημα το οποίο τείνει να καταστεί ΠΛΗΓΗ ειδικά τα τελευταία χρόνια κυρίως απο τους νέους ιεροψάλτες, είναι το ζήτημα της εκτύπωσης μέσω ίντερνετ της τυπικής τάξεως των διαφόρων Ακολουθιών προς "διευκόλυνσή τους". Αυτή η τακτική της εύκολης τροφής με το κουταλάκι στο στόμα, δημιουργεί στην ουσία μία ΑΝΑΠΗΡΙΑ στον ψάλτη σε ότι αφορά τις γνώσεις του σε θέματα τυπικού, διότι επαναπαύεται έχοντας την "εύκολη λύση" και δυστυχώς μένει στην ουσία τραγικά άσχετος και ακατάρτιστος στην ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΓΝΩΣΗ του Τυπικού. Η συγκεκριμένη πρακτική ομοιάζει με κάποιους μαθητές που αντιγράφουν στις εξετάσεις, παίρνουν καλό βαθμό, αλλά κατά βάθος και επί της ουσίας αν ρωτηθούν, δεν ξέρουν τι έγραψαν. Θα πρέπει κατά την γνώμη μου ΑΜΜΕΣΑ όσοι εφαρμόζουν αυτή την τακτική, να πετάξουν αυτές τις "πατερίτσες" και να αρχίσουν να μελετούν ΣΩΣΤΑ και σε ΒΑΘΟΣ τα θέματα του Τυπικού. Μόνον κατ αυτόν τον τρόπο θα μπορούν να είναι ΑΥΤΑΡΚΕΙΣ στα αναλόγιά τους χωρίς "μπαστούνια και πατερίτσες".

Κατα την άποψή μου αυτές οι δώδεκα θεματικές ενότητες στην ψαλτική τέχνη, καθορίζουν σε μέγιστο βαθμό το ορθώς ψάλλειν.

Τέλος θα πρέπει κάθε φορά που ανερχόμαστε στο αναλόγιο να ξέρουμε για ΠΟΙΟΝ και σε ΠΟΙΟΝ ψάλλουμε, ΠΟΥ ψάλλουμε, ΠΩΣ ψάλλουμε και ΓΙΑΤΙ ψάλλουμε. Ελέχθη απο κάποιον γνώστη του αντικειμένου παλαιότερα το εξής πολύ σωστό και αυτονόητο. <<....Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΙΝΑΙ....... ΟΤΙ ΣΟΥ ΠΕΙ Ο ΨΑΛΤΗΣ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ!!!! >>.. Και ΨΑΛΤΗΣ πραγματικός γίνεται κάποιος, όχι τόσο με τις σπουδές, τα ωδεία, τις σχολές, τα πτυχία, τα διπλώματα, τις θεωρητικές γνώσεις κ.λ.π. (τα οποία αναμφισβήτητα βοηθούν σε μεγάλο βαθμό και είναι πολύ αναγκαία και χρήσιμα), αλλα κυρίως και πρωτίστως με την συνεχή τριβή στο αναλόγιο, με την χρόνια ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΕ ΒΑΘΟΣ ακουστική μαθητεία μεγάλων εκφραστών της ψαλτικής τέχνης (έστω και εκ του μακρόθεν), με το συνεχές ψάξιμο όλων των λεπτομερειών που άκουσε και την αδιάκοπη και καθημερινή εφαρμογή επί τω αναλογίω όλων αυτών που αφομοίωσε. Ειδάλλως, μόνον με τις εγκύκλιες θεωρητικές και τυπικές γνώσεις ( όσες κι αν είναι αυτές ), ο ψάλτης επί του πρακτέου στο αναλόγιο φαίνεται μισός στα αυτιά των γνωριζόντων την ψαλτική τέχνη. Φαίνεται ότι ΚΑΤΙ του λείπει Και αυτό το ΚΑΤΙ είναι η απουσία των γνήσιων ακουσμάτων και του παραδοσιακού τρόπου ψαλμωδίας, ο οποίος ΔΕΝ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ, αλλα μεταδίδεται δια ζώσης ακουστικώς απο στόμα σε στόμα, όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΡΙΓΓΟΣ. 

Θα πρέπει να καταλάβουμε άπαντες οι ασχολούμενοι ποικιλοτρόπως με την ψαλτική τέχνη, οτι μόνον η ΕΠΑΡΚΕΙΑ, η ΟΝΤΟΤΗΤΑ, η ΓΝΩΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ και η ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΔΕΙΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΡΑΚΤΕΟΥ δίνουν αξία στα διάφορα πτυχία και διπλώματα που έχουμε και ΠΟΤΕ ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ. Τότε μόνον θα μπορεί ο ιεροψαλτικός κλάδος να ΑΠΑΙΤΕΙ ( και όχι να ΕΠΑΙΤΕΙ ), να διαπραγματεύεται και να επιτυγχάνει την μεταχείριση και την αντιμετώπιση που του αρμόζει. 

Εν κατακλείδι.... Έλεγε ο ΜΕΓΑΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΝΑΥΠΛΙΩΤΗΣ..... "...η ψαλτική είναι ΚΥΡΙΩΣ ΠΡΑΞΗ, η δε μαθητεία αυτής ΜΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΠΡΑΞΕΩΣ...".

Ήταν κάποιες σκέψεις εφ όλης της ύλης (πάντα κατά την εμήν αντίληψιν) περι του ορθώς ψάλλειν, που καλοπροαίρετα εκθέτω, με την ελπίδα και την προσδοκία να δώσω τροφή για προβληματισμό σε κάποιους νέους ιεροψάλτες πάνω σ αυτά τα βασικά θέματα του ιεροψαλτικού λειτουργήματος και συγχρόνως ( ώς όφειλα ) να πληροφορήσω την διακονία μου.

ΦΛΩΡΙΝΑ 4 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιο Ιστολογίου

Γράψτε το σχόλιό σας και απλά περιμένετε λίγες ώρες μέχρι να το δείτε δημοσιευμένο.

Σχόλια που τηρούν στοιχειώδη κανόνες ευπρέπειας είναι αυτονόητο ότι αποτελούν αφορμή διαλόγου και ουδέποτε θα λογοκριθούν.

Δεν επιτρέπονται σχόλια που συκοφαντούν κάποιο πρόσωπο, που περιέχουν υβριστικούς χαρακτηρισμούς κλπ. Για τον λόγο αυτό ενεργοποιήθηκε η προ-έγκριση για να αποφευχθούν κρούσματα προσβλητικής συμπεριφοράς διότι οφείλουμε να διαφυλάξουμε την αξιοπρέπεια του ιστολογίου μας.

Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια με ψευδώνυμο ενδέχεται να διαγραφούν για την διαφύλαξη της ποιότητας. Τα σχόλια δεν είναι πεδίο στείρας αντιπαράθεσης αλλά προβληματισμού και γόνιμου διαλόγου.