Translate

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Τελετουργικά Θέματα (κα΄) Η γένεση και η δομή του Κοντακίου (του Γεωργίου Ζαραβέλα)

Η γένεση και η δομή του Κοντακίου

Γεωργίου Ζαραβέλα
Θεολόγου
ΜΑ Ιστορικής Θεολογίας - Λειτουργικής ΕΚΠΑ.

Το Κοντάκιο συνιστά μία από τις πρώτες μορφές υμνογραφικής παραγωγής της χριστιανικής Εκκλησίας. Η αρχή του δεν μπορεί να εντοπισθεί με βεβαιότητα. Η επιστήμη ανάγει τη γένεσή του μεταξύ των αρχών του Ε’ και του Στ’ αι. μ.Χ., με πιθανότερο το β’ μισό του Ε’ αι. μ.Χ. Η εποχή εκείνη χαρακτηρίζεται ως μεταβατική για την υμνογραφία, αφού τίθεται σε δεύτερο πλάνο ή παύει σταδιακά η χρήση αρχαιοπρεπών ύμνων, δανεισμένων από την Αγία Γραφή, και δημιουργούνται οι βάσεις για τη διαμόρφωση μιας αμιγώς χριστιανικής υμνογραφίας.

Η προϊστορία της γένεσης του είδους του κοντακίου είναι ιδιαίτερα σημαντική, ώστε να γίνει κατανοητή η προέλευσή του. Οι καταβολές του κοντακίου δεν είναι ξεκάθαρες και μπορούν να αναλυθούν σε πολλούς παράγοντες. Μεταξύ αυτών των παραγόντων οι κυριότεροι είναι: α) η ομιλητική ποιητική γραμματεία πατέρων της Εκκλησίας, ήδη από τον Α’ αι. μ.Χ., με επιρροές από την κλασική και, κυρίως, την ελληνιστική ποιητική παραγωγή, β) οι ποιητικές ομιλίες του Εφραίμ του Σύρου, οι οποίες μεταφράστηκαν στα ελληνικά τον Ε’ αι. και έτυχαν ιδιαίτερης αναγνώρισης και γ) οι πεζές ποιητικές ομιλίες των Πατέρων του Ε’ αι. έως και τη γένεση του Κοντακίου, όπως των Πρόκλου Κωνσταντινουπόλεως (PG 65) και Βασιλείου Σελευκείας (PG 85), οι οποίες έχουν επιδράσεις τόσο από τις παλαιότερες ελληνικές, όσο και από τη συριακή ποιητική ομιλητική παράδοση.

Προοιμιακές μορφές της γνωστής ποιητικής σύνθεσης του κοντακίου αποτελούν: α) αρχαϊκοί ύμνοι, όπως οι: «Άσμα καινόν», «Εθήρευσάν με άνομοι», αλλά και δύο σωζόμενα πρώιμα κοντάκια με θέμα τους πρωτοπλάστους Αδάμ και Εύα και το χαμένο παράδεισο. Οι ύμνοι αυτοί έχουν μορφολογική εγγύτητα με το κοντάκιο, αλλά εκτοπίστηκαν από αυτό ως νεώτερο και αρτιότερο από εκείνα. β) το Παρθένιο, μία ποιητική παραγωγή του Μεθοδίου Ολύμπου (+311μ.Χ.) που συνιστά εξίσου πρώιμη μορφή του κοντακίου, με τη διαφορά ότι δεν ψαλλόταν στη λατρεία, παρότι είχε κοινά μορφολογικά χαρακτηριστικά με το μεταγενέστερο κοντάκιο.

Ο Ρωμανός ο Μελωδός αποτελεί σημαντική μορφή, άμεσα συνδεόμενη με το υμνογραφικό είδος των κοντακίων. Η θεώρηση του Ρωμανού ως του εισηγητή και πρώτου ποιητή των κοντακίων είναι εσφαλμένη. Η υπόθεση αυτή διατυπώθηκε τον ΙΔ’ αι. μ.Χ. από τον Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο στο έργο του: «Ερμηνεία εις τους αναβαθμούς της Οκτωήχου». Η αναφορά του Ξανθόπουλου υιοθετήθηκε και από τους μετέπειτα συγγραφείς, αγνοώντας ότι ο Ρωμανός δεν ήταν ο εισηγητής του κοντακίου, αλλά εκείνος που έφερε το υμνογραφικό είδος στην ακμή του και του απέδωσε την οριστική μορφή, μετά από περίοδο ζυμώσεων και μεταβολών.

Το κοντάκιο ως υμνογραφικό είδος χαρακτηρίζεται από τον συγκερασμό του πεζού λόγου με την έμμετρη ποίηση, χωρίς να απέχει κατά πολύ από το είδος της έμμετρης ομιλίας. Η εποχή εμφάνισης των κοντακίων χαρακτηρίζεται, άλλωστε, για το δυσδιάκριτο των δύο δομικών στοιχείων του, δηλαδή το λόγο και την ποίηση.

Ο όρος κοντάκιο δεν ήταν εξαρχής περιγραφικός του υμνογραφικού είδους. Η υμνογραφική παραγωγή έως τουλάχιστον το Ρωμανό και τους λοιπούς μελωδούς της εποχής του δεν μεταχειριζόταν συγκεκριμένη ορολογία για να ονοματίσει το νέο υμνογραφικό είδος. Οι όροι ύμνος, έπος, ποίημα, ωδή, ψαλμός, αίνος, άσμα, δέηση κ.λπ. απατώνται ταυτόχρονα ως ονομασίες του. Η σύγχυση ονομάτων είναι γνωστή ήδη από την πρώτη Εκκλησία, αφού πολλές ονομασίες χαρακτήριζαν ύμνους της ίδιας κατηγορίας. Η λέξη κοντάκιο εμφανίζεται ως δηλωτική του είδους τον Θ’ ή Ι’ αι. Η προέλευσή της είναι διττή: α) Ο κοντός (κοντάρι), πάνω στον οποίο τυλιγόταν λεπτή ταινία, όπου είχε γραφεί ύμνος. Από τον κοντό έλαβε έπειτα την ονομασία του ο ύμνος ως κοντάκιο. β) Κοντάκιο ονομαζόταν στη διπλωματική το βιβλίο, στο οποίο καταχωρούνταν αντίγραφα επισήμων εγγράφων και συνεκδοχικά το βιβλίο στο οποίο αποθησαυρίζονταν ύμνοι για λειτουργική χρήση. Οι ύμνοι αυτοί έλαβαν, έπειτα, την ονομασία του οικείου βιβλίου, δηλαδή κοντάκιο, και απέδωσαν στη συλλογή τον τίτλο κοντακάριο, όπως έγινε και με τη συλλογή των θεομητορικών ύμνων - θεοτοκάριο.

Τα κοντάκια χωρίζονται σε επιμέρους κατηγορίες, ανάλογα με το θέμα και το περιεχόμενό τους: α) Τα πανηγυρικά ή εγκωμιαστικά κοντάκια, με αγιολογική θεματολογία, αναπτύχθηκαν κατά την περίοδο της παρακμής του είδους. β) Τα δογματικά ή διδακτικά κοντάκια, τα οποία βασίζονται στην ανάλυση του αγιογραφικού κειμένου με τρόπο διδακτικό, υπερασπίζοντας, ταυτόχρονα, το ορθόδοξο δόγμα έναντι αιρετικών κακοδοξιών. Η πλειονότητα των γνησίων κοντακίων του Ρωμανού του Μελωδού ανήκει σε αυτά. γ) Τα επ’ ευκαιρία ή επίκαιρα κοντάκια, τα οποία συντέθηκαν για έκτακτους λόγους και απευθύνονταν σε ειδικό ακροατήριο ή αναφέρονταν σε συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός. Οι ανωτέρω κατηγορίες μπορούν να αναπτυχθούν σε μία επιπλέον, τα κοντάκια μικτού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνουν στοιχεία και από τις τρεις κύριες ομάδες. 

Η δομή του κοντακίου συνίσταται από τέσσερα επιμέρους στοιχεία: α) Το Προοίμιο ή κουκούλιο ή κουβούκλειο αποτελεί την εισαγωγή του ύμνου και απουσιάζει από τα αρχαιότερα κοντάκια. Ο μικρός αυτός ύμνος περιγράφει συνοπτικά το θέμα του κοντακίου ή απλά εισάγει σε αυτό, ενώ είναι συντεθειμένος σε διαφορετικό μετρικό σχήμα από το τελευταίο. Σε πολλές περιπτώσεις δεν υπάρχει μόνο ένα, αλλά περισσότερα προοίμια, συνήθως δύο και σπανιότερα έως τέσσερα. Το ένα από αυτά, συνήθως το πρώτο, είναι το αρχικό και τα υπόλοιπα αποτελούν μεταγενέστερες προσθήκες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα δύο προοίμια του Ακαθίστου Ύμνου. Το α’ προοίμιο «Το προσταχθέν μυστικώς» είναι το παλαιό, ενώ το β’ «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ» συνιστά προσθήκη του Ζ’ αι., για την κωνσταντινοπολίτικη επικαιροποίηση του ύμνου, ύστερα από την αποτυχημένη πολιορκία της Πόλης από τους Αβάρους. Το προοίμιο, σταδιακά, απετέλεσε το μόνο τμήμα του κοντακίου που παρέμεινε σε λειτουργική χρήση, αφού το υπόλοιπο σώμα του εξέπεσε και έλαβε την αποκλειστική ονομασία του κοντακίου. 

β) Οι Οίκοι αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του κοντακίου και είναι οι στροφές του. Κάθε κοντάκιο συνήθως εκτείνεται μεταξύ δεκαοκτώ και είκοσι τεσσάρων οίκων, ενώ υπάρχουν και άλλα με λιγότερους (έως ένδεκα) ή περισσότερους (έως σαράντα). Ο πρώτος οίκος συνιστά το μετρικό και μουσικό υπόδειγμα όλων των επομένων του ιδίου κοντακίου, όταν το κοντάκιο είναι ιδιόμελο, δηλαδή συντεθειμένο μουσικά πρωτότυπο. Στην περίπτωση που το κοντάκιο είναι προσόμοιο, τότε όλοι οι οίκοι είναι υπόδειγμα των αντιστοίχων οίκων του νεώτερου κοντακίου. Ο τελευταίος οίκος μπορεί να έχει ιδιαίτερη θεματική σύνθεση, όπως: α) προσευχή προς το Χριστό και σπανιότερα τη Θεοτόκο ή Αγίους, β) ανακεφαλαίωση του θέματος του κοντακίου και γ) ανακεφαλαίωση του θέματος και προσευχή εξ ημισείας. 

γ) Το Εφύμνιο του κοντακίου είναι μια στερεότυπη, εξαιρετικά σύντομη φράση, η οποία επαναλαμβάνεται στο τέλος κάθε στροφής – οίκου. Σπανιότερα μπορεί να είναι μονολεκτικό (Αλληλούια, Πολυέλαιε κ.α.) ή εκτενής περίοδος. Η προέλευσή του έχει συριακές επιδράσεις, αλλά ενσωματώθηκε πλήρως στη θεματολογία και το μέτρο του κοντακίου, σε αντίθεση με την ανεξάρτητη χρήση του στη συριακή ποιητική ομιλητική. Η ταυτότητα του εφυμνίου στο προοίμιο και στους οίκους δηλώνει, συνήθως, τη γνησιότητα του προοιμίου. 

δ) Η Ακροστιχίδα του κοντακίου αποτελεί φιλολογικό παιχνίδι διευθέτησης των αρχικών γραμμάτων των στίχων ή των στροφών του ύμνου και χωρίζεται σε δύο μορφές: α) την κατ’ αλφάβητο ή αλφαβητική, με αφορμή τη ρήση του Χριστού ότι είναι η Αρχή - Α και το Τέλος – Ω και β) τη χρήση σύντομης φράσης ή αλλιώς ονομαστική. Η χρήση της ακροστιχίδας έχει εβραϊκές και συριακές επιδράσεις, ενώ θεσμοθετείται έμμεσα από τους κανόνες ΙΕ’ και ΝΘ’ της Συνόδου της Λαοδικείας (μεταξύ 343 και 381 μ.Χ.), με στόχο τον περιορισμό των αιρετικών ύμνων στη λατρεία, αφού το ακρωνύμιο του ύμνου συνιστά μία μορφή εγγύησης γνησιότητας. Η ακροστιχίδα συνιστά δεσμό μεταξύ των οίκων του κοντακίου, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται σε αυτή και το προοίμιο. Οι ονομαστικές ακροστιχίδες μπορούν να περιλαμβάνουν το όνομα ή το ψευδώνυμο του μελωδού ή του ποιητή του ύμνου, αλλά μπορεί να είναι και ανώνυμες. 

Το κοντάκιο ήταν ο σημαντικότερος ύμνος της προεικονομαχικής περιόδου της λατρείας. Η σύνθεσή του πλούτισε την υμνογραφική παράδοση της Εκκλησίας και η εισαγωγή του σε λειτουργική χρήση κατέστη μεγάλη τομή για τη λειτουργική ζωή. Ο μακροσκελής χαρακτήρας του, σε συνδυασμό με την εμφάνιση του υμνογραφικού είδους του κανόνα το έθεσαν στο περιθώριο της λατρείας, αφού το μόνο που απέμεινε σε λειτουργική χρήση είναι το προοίμιό του, το σήμερα επονομαζόμενο ως κοντάκιο και σε πολλές περιπτώσεις ο α’ οίκος του. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιο Ιστολογίου

Γράψτε το σχόλιό σας και απλά περιμένετε λίγες ώρες μέχρι να το δείτε δημοσιευμένο.

Σχόλια που τηρούν στοιχειώδη κανόνες ευπρέπειας είναι αυτονόητο ότι αποτελούν αφορμή διαλόγου και ουδέποτε θα λογοκριθούν.

Δεν επιτρέπονται σχόλια που συκοφαντούν κάποιο πρόσωπο, που περιέχουν υβριστικούς χαρακτηρισμούς κλπ. Για τον λόγο αυτό ενεργοποιήθηκε η προ-έγκριση για να αποφευχθούν κρούσματα προσβλητικής συμπεριφοράς διότι οφείλουμε να διαφυλάξουμε την αξιοπρέπεια του ιστολογίου μας.

Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια με ψευδώνυμο ενδέχεται να διαγραφούν για την διαφύλαξη της ποιότητας. Τα σχόλια δεν είναι πεδίο στείρας αντιπαράθεσης αλλά προβληματισμού και γόνιμου διαλόγου.