Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2019

Σκέψεις πάνω στη Διαρρύθμιση τού 1814! Τού Άρχοντος Μαΐστορος τής Μ.τ.Χ.Ε. Γεωργίου Χατζηθεοδώρου!



ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ι.ΧΑΤΖΗΘΕΟ∆ΩΡΟΥ
ΑΡΧΟΝΤΟΣ ΜΑΪΣΤΟΡΟΣ Μ.τ.Χ.Ε.

ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΜΟΥΣΙΚΗΣ – ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΟΥ




Με την σηµερινή µου Εισήγηση, δεν σκοπεύω ασφαλώς να κοµίσω γλαύκας εις Αθήνας· άλλωστε, κάτι τέτοιο στις ηµέρες είναι από πολύ δύσκολο έως και ακατόρθωτο. Όµως, σκέψεις, προβληµατισµούς και απόψεις που έχουν σχέση µε τη διαρρύθµιση της µουσικής της Εκκλησίας µας και τα όσα την ακολούθησαν µετά το 1814 που καθιερώθηκε, µέσα από την τρέχουσα λειτουργία και την καθηµερινότητα της πράξης της, νοµίζω ότι µπορεί κανείς να διατυπώσει σε µια τόσο σπουδαία και επίσηµη µουσικολογική σύναξη· αυτό ακριβώς θα επιχειρήσω και εγώ, φεύγοντας, έστω, από τα αυστηρά επιστηµονικά πλαίσια του Συνεδρίου.

Στηριζόµενος, λοιπόν, στην 58χρονη ήδη ψαλτική και διδασκαλική µου εµπειρία θα αναφερθώ σε απλά και γνωστά θέµατα, δίχως ασφαλώς να διεκδικώ το αλάθητο, µα και να έχω την απαίτηση της αποδοχής των όσων θα πω.


Άποψη Πρώτη: Παγιώθηκε, η διαρρύθµιση του 1814 στη µουσική της Εκκλησίας µας να λέγεται ως Μέθοδος των τριών. Μάλιστα οι περισσότεροι, µεταξύ αυτών και ο περιώνυµος Κ. Ψάχος1, θεωρούν τον Γρηγόριο ως τον βασικό συντελεστή. Έτσι είναι όµως; Ναι και οι τρεις την υλοποίησαν, πιστεύω όµως πως θα είναι ακριβέστερο και για τη απόδοση της ιστορικής αλήθειας να λέγεται Χρυσανθική Μέθοδος και τούτο γιατί είναι πολλά που συνηγορούν στο ότι η πρόταση και η αποκρυστάλλωση της µεθόδου προήλθε βασικά από τον Χρύσανθο. Βέβαια, πολύ σύντοµα το όνοµά του έπαψε να πρωτεύει στα δρώµενα της Νέας Μεθόδου. Σ’ αυτό ασφαλώς θα συνετέλεσαν διάφορες αιτίες και περιστάσεις, όπως το ότι ο ίδιος δεν ήταν ψάλτης και µάλιστα πρωτοψάλτης, όπως ο Γρηγόριος, δεν µας άφησε - κάηκαν, λέει -περιέργως- µελουργήµατά του, δεν µας άφησε εξηγήσεις του, όπως ο Χουρµούζιος, δεν έχουµε -Μητροπολίτης ήταν ο άνθρωπος- ούτε καν µια απεικόνισή του, όπως π.χ. του Γρηγορίου, δεν έχουµε σχεδόν άλλες πληροφορίες για τη δράση του εκτός από εκείνες που περιέχονται στις κατά καιρούς επιστολές του Πατριαρχείου προς τον Χρύσανθο, µε τις οποίες τον εγκαλεί για διάφορα ζητήµατα της ποιµαντορίας του που δεν είχαν καµία σχέση µε τη µουσική.2 Ως εκ τούτου, θα έλεγα, ότι κατά ένα τρόπο πλανήθηκε αµέσως µετά την εκλογή του σε Μητροπολίτη µια περίεργη σιωπή για τη µουσική του δραστηριότητα, σε αντίθεση µε την πληροφορία της δραστηριότητάς του στην Μάδυτο, όπου και είχε µάλλον εκτοπισθεί µόλις άρχισε ο θόρυβος για τη νέα µέθοδο - ενδεικτικό και αυτό της πρωτοπορίας του στην όλη υπόθεση. Είναι και κάτι υπόνοιες για φιλοδυτικές του απόψεις, λόγω επηρεασµού από την παραµονή του στην Ευρώπη, όπως και κάτι άλλες που δεν έχουν λόγο να αναφερθούν στο Συνέδριο. Όλα αυτά µε οδηγούν το συµπέρασµα πως κάτι δεν πήγε καλά και υπήρξε αυτή η τεχνική κατά ένα τρόπο αποσιώπηση της δράσης του Χρυσάνθου, εκτός των άλλων, και ως µουσικού.

Σχετικά µε τη Νέα Μέθοδο και την απόδοση της πατρότητάς της στον Χρύσανθο. Μέσα από το ασφαλώς νεωτεριστικό πνεύµα της νέας µεθόδου, βλέπουµε σ’ αυτήν διατήρηση µεν σε γενικές γραµµές της φιλοσοφίας της βυζαντινής µουσικής ως µουσικού συστήµατος, αλλά πάνω σε βάση διαφορετικής διατύπωσης και παρουσίασης της θεωρίας και της διδακτικής πράξης της, καθώς και της προσδιοριστικής αποτύπωσης των µελών. Και όλα αυτά τα βλέπουµε ξαφνικά στη Νέα Μέθοδο του Χρυσάνθου, γιατί µπορεί να είχαν προχωρήσει σχετικά στην εξήγηση των παλιών σηµαδιών, όµως εξακολουθούσαν οι µέχρι τότε σύγχρονοι του θεωρητικοί να τα εκλαµβάνουν µε βάση τη παλιά άποψη, δηλαδή ως επί το πλείστον συνολικά ως θέσεις, και όχι ως µονάδες αυτοτελώς και µονοειδώς προσδιοριζόµενες (Στεφανίδης, Κωνστάλας -στο θεωρητικό του εξακολουθεί να ασχολείται µε τα ρούπια-, Γρηγόριος -οι εξηγήσεις του προ του νέου συστήµατος είναι σαφώς µε την παλιά αντίληψη, ενώ τα Κανόνιά του έχουν συνταχθεί σίγουρα µετά από την καθιέρωση του νέου συστήµατος). Υπήρξε, δηλαδή, στη νέα µέθοδο, µια κάθετα διαφορετική σύλληψη σκέψης, ένα κλειδί, που απαιτούσε γνώσεις και θέσεις πέραν από τις γνωστές και συνήθεις των τότε θεωρητικών και ψαλτών. Αυτή µόνο από τον Χρύσανθο µπορούσε να προέλθει -το υποστηρίζω ήδη από τη δεκαετία του 1970 3-, αφού είχε έλθει σε επαφή και οικειοποιηθεί πολλά, ως προς τη φιλοσοφία, από την ευρωπαϊκή µουσική και τη σηµειογραφία της (π.χ. η χρήση γοργών και διγόργων µε τη σηµερινή χρήση φαίνεται ότι ήταν γνωστή σε µουσικούς επηρεασµένους από τη ∆ύση, ήδη από τον 17ο αιώνα), όπως βλέπουµε στο µουσικό χειρόγραφο αρ. 31 της Μονής Πλατυτέρας Κερκύρας)4. Άλλωστε, σαφείς πρόδροµοι και παράλληλα αποδεικτικά στοιχεία της εργασίας του Χρυσάνθου που, ήδη µε τη χρήση γοργού, αργού και κλάσµατος (συγκεκριµένη διαίρεση, ή αύξηση του χρόνου και προσδιορισµός του κάθε χαρακτήρα σε µία µονάδα χρόνου) µας οδηγούν άµεσα στη Νέα Μέθοδο, είναι ασφαλώς τα τρία χειρόγραφά του που µας έχουν διασωθεί, και που είναι γραµµένα πριν από την επίσηµη παρουσίαση και καθιέρωση του νέου συστήµατος.5 Ο ίδιος, άλλωστε, αναφέρει τη Μέθοδο ως «σύστηµα Χρυσάνθου», το οποίο ήδη χρησιµοποιεί από το 1811-2 , «πρός χάριν τῶν αὐτῷ μαθητιώντων»6. Το ότι δε σ’ αυτόν ανατέθηκε η σύνταξη µικρού Θεωρητικού για τις άµεσες διδακτικές ανάγκες τις Σχολής, όπως και η µετέπειτα συγγραφή του µεγάλου, ακριβώς αποδεικνύει ότι είναι από κάθε άποψη ο πατέρας του νέου συστήµατος7. Αυτά για την ιστορική αλήθεια.

Άλλη Σκέψη: Η Νέα Μέθοδος χαρακτηρίσθηκε βέβαια εξ αρχής ως µεταρρύθµιση, αν και πρόκειται για διαρρύθµιση, γιατί δεν άλλαξε την ουσία της εκκλησιαστικής µουσικής 8. Είναι, άλλωστε, ενδεικτικό ότι οι φωνές και οι αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν τα πρώτα χρόνια της καθιέρωσης της Νέας Μεθόδου, δεν αφορούσαν στο ότι άλλαζε τη µουσική, αλλά τη δυνατότητα της να την αποδώσει παραστατικά 9.

Λίγο αργότερα, βλέπουµε να αρχίζουν φωνές που πλέον είχαν σχέση µε την απόδοση της µουσικής µέσα από τη Νέα Μέθοδο, στην οποία και επιρρίπτουν την ευθύνη για την πτώση της ποιότητας της ψαλτικής και την αποµάκρυνση από τη γνησιότητα της παράδοσής της. ∆εν είναι εντελώς αδικαιολόγητες αυτές οι αιτιάσεις. Το βλέπουµε άλλωστε και στις έντυπες εκδόσεις, που όσο αυτές αποµακρύνονται από το χρόνο της εµφάνισης του νέου συστήµατος τόσο και περισσότερη ελευθερία παρουσιάζουν, από τις πρώτες, από πλευράς µελοποιίας όσο και παραστατικής αποτύπωσης των µελών (αναλύσεις, νέα µέλη, κολοβώσεις παλαιών θέσεων -συντµήσεις τις λένε-, διασκευές παλαιών µελών ή ακόµα και εµφανή προσπάθεια εισαγωγής νέων θέσεων, προερχοµένων από την εξωτερική µουσική κ.λπ.). ∆ηµιουργείται εποµένως η εντύπωση, βοηθούντων και των διαφόρων αντιδράσεων, ότι βρισκόµαστε µπροστά, αν όχι σε κάτι εντελώς νέο, τουλάχιστον σε νέες εκφράσεις της απόδοσης των µελών, ή κατά τους πλέον απαισιόδοξους, σε απεµπόληση των παλαιών καλών αξιών. Όµως έτσι έχουν τα πράγµατα, µε βασικό αίτιο την Νέα Μέθοδο, ή όλα αυτά αποτελούν µια φυσική αισθητική, τεχνική, κοινωνική και µουσική εξέλιξη η οποία συνεχίζεται µέχρι σήµερα και θα συνεχίζεται στο µέλλον, ανεξάρτητα µε το µε ποια µέθοδο γραφής θα εξακολουθήσουν να προσδιορίζονται τα εκκλησιαστικά µέλη; Προσωπικά πιστεύω το τελευταίο και τούτο, γιατί η Τέχνη, ασφαλώς και η εκκλησιαστική, είναι ζωντανό πνευµατικό επίτευγµα του ανθρώπου που συνεχώς εξελίσσεται. Αλλοίµονο αν ήταν στάσιµη. Τότε θα πέθαινε και θα έπαυε να υπάρχει 10. Τώρα, γιατί όλες αυτές οι φωνές;

Είναι παγκοίνως γνωστόν, ότι ανέκαθεν υπάρχει µέσα στον άνθρωπο η τάση της ωραιοποίησης του παρελθόντος και στην κοινωνία αυτό που συνηθίζεται να λέγεται η πάλη των γενεών. Από τα αρχαία χρόνια οι άνθρωποι εκθειάζουν το παρελθόν και τα έργα του, ενώ παράλληλα δύσκολα αποδέχονται το καινούργιο, κυρίως όταν προέρχεται από ανθρώπους µε σκέψη πιο πέρα από τη δική τους και µάλιστα όταν αυτοί είναι και νεότεροί τους. Εποµένως, η διαρρύθµιση του 1814 µε τη νέα σκέψη, τις νέες προτάσεις , τις ανατροπές σε δεδοµένα και παγιωµένες πρακτικές κ.λ.π.,και παρά το γεγονός ότι προέκυψε από αδήριτη ανάγκη 11, ήταν απόλυτα φυσικό να προκαλέσει αναταράξεις και αντιδράσεις που και σήµερα ακόµα εξακολουθούν να λειτουργούν σε µεγάλο βαθµό στη συνείδηση πολλών εραστών του παρελθόντος.

Άλλη σκέψη: Η σχέση της Νέας Μεθόδου µε την εξέλιξη και το ψαλτικό ύφος. Ήδη από την ολοκλήρωση της µουσικής γραφής και µάλιστα από την εποχή του Ι. Κουκουζέλη και µετά είναι εµφανής η τάση εξέλιξης και διαφοροποίησης ή µάλλον προσαρµογής της εκκλησιαστικής µουσικής προς τις εκάστοτε κρατούσες συνθήκες και τις λειτουργικές ανάγκες της Εκκλησίας, µε αποτέλεσµα να συναντούµε άλλοτε διαπλατύνσεις των µελών της και άλλοτε σµικρύνσεις, ιδιαίτερα µάλιστα από την εποχή του Βαλασίου και µετά. Ερχόµενοι χρονικά προς τα εδώ, βλέπουµε και καταγραφή των συντόµων µελών από τον Πέτρο Πελοποννήσιο µα και την απλοποίηση της µελοποιίας· και φθάνουµε καταληκτικά στην καθιέρωση της Νέας Μεθόδου και την τυπογραφία της. Αµέσως όµως µετά τις πρώτες εκδόσεις (1820-1830) διαπιστώνουµε στα µουσικά κείµενα διαφοροποιήσεις που φανερώνουν ότι αυτά προσαρµόζονται στις απαιτήσεις του καιρού τους . Π.χ. τα µέλη του Αναστασιµαταρίου του Χουρµουζίου, έκδοσης 1832, διαφέρουν κατά πολύ από εκείνα του Πέτρου Πελοποννησίου, της ἔκδοσης του 1820,µὲ τη χαρακτηριστική σηµείωση στην προµετωπίδα του, ότι έχουν καταχωρισθεί «καθὼς τὴν σήμερον ψάλλονται εἰς τὸ Πατριαρχεῖον». Όµως και το Αναστασιµατάριο του Πέτρου αναφέρεται ως «συντεθέν κατά το ύφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας» 12. Στή συνέχεια, ο Θεόδωρος Φωκαέας γράφει στον πρόλογο της Κρη̟πίδας του, ότι δεν θα συναντήσει σ’ αυτήν ο αναγνώστης «νεωτερισμούς, καὶ ἄλλους τρόπους νέοφανεῖς…» που τολµούν ορισµένοι…
«κατά τὴν ἰδίαν ἕκαστος φαντασίαν». Ο ίδιος, πάντως, θα µελοποιήσει αρκετά µέλη, µε νεωτεριστικό για την εποχή του πνεύµα -ανεξάρτητα αν αυτά έχουν καταστεί πλέον κλασικά, όπως π.χ. τα Ανοιξαντάρια που ποτέ δεν καθιερώθηκε να ψάλλονται στον πατριαρχικό ναό, και τα περίφηµα Χερουβικά του µε την επέκταση του τριάδι και την πιο ελεύθερη φόρµα σε σχέση µε τη στατικότητα που παρουσίαζαν τα Χερουβικά των παλαιοτέρων ή και λίγο προγενεστέρων µελοποιών, στα οποία συχνά πυκνά επαναλαµβάνονται, µονότονα οι ίδιες θέσεις µε µικρά ως επί το πλείστον µελικά τόξα, κ.α. 13 Πιο χαρακτηριστικός είναι ο Στέφανος Μιχαήλ, ο Λαµπαδάριος που πληροφορεί «Ὄτι τὰ ἐν τῇ παρούσῃ βίβλῳ περιεχόμενα Μαθήματα ὑπάρχουσι κατ’αἴτησιν τῶν πλειοτέρων Μουσικῶν, ἐκτεθειμένα συνεπτυγμένως. Διότι,ἐπειδὴ καὶ ἡ Ἀκολουθία σήμερον δὲν γίνεται τόσον ἐκτενὴς, ὅσον ἐν τοῖς πάλαι χρόνοις…» 14, παρά το ότι λίγο παρακάτω συµβουλεύει τους χοροστάτες «τῶν ἀπανταχοῦ Ἱερῶν Ἐκκλησιῶν…νὰ ἐμμένωσι μὲν ἀπαρεγκλίτως τῷ γεραρῷ καὶ κοσμίῳ τύπῳ τοῦ καθ’ἡμᾶς Μουσικοῦ ὕφους». Και ερχόµαστε στον περιώνυµο πρωτοψάλτη Κωνσταντίνο τον Βυζάντιο. Γράφει σε πρόλογό του: «Ὧν ἡμεῖς ταλανίζοντες, οὔτε τὴν ἀβελτηρίαν, οὔτε τὸ γῆρας ἡμῶν ἀτιμάζομεν, τὰ ἄθικτα παραθίγοντες, οὔτε τὸ ἀξίωμα βεβηλούμεν, ἀλλοθρόους εἰσάγοντες παραφωνίας…» 15. ∆ηλαδή δεν αφίσταται των παραδεδοµένων. Ναι, αλλά παρατηρούµε στα µελοποιήµατά του την πρώτη ακριβώς σε µέγεθος µελική απόκλιση, από τα µέλη που περιέχουν οι πρώτες έντυπες εκδόσεις, προφανώς για να αποδοθεί καλλιφωνία του και το «αµίµητο» προσωπικό του ύφος, αν και πάντοτε τα συνοδεύει η σηµείωση: «καθὼς τὰ νῦν ψάλλονται» ἤ καί «ἀσματομελῳδοῦνται κατὰ τὸ ὕφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκκλησίας»! ∆ηλαδή εδώ πρέπει να εννοήσουµε σαφώς πλήρη προσωποποίηση του ύφους. Επειδή ο Κωνσταντίνος ψάλλει στον πατριαρχικό ναό, άρα, αυτό αποτελεί α πριόρι και το ψαλτικό ύφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Τώρα θα µου πει κανείς ποια είναι η ταύτιση ή έστω η σχέση π.χ. των ∆οξαστικών ή και των Χερουβικών του Κωνσταντίνου µε εκείνα του Πέτρου Πελοποννησίου, του ∆ανιήλ, ή και του προκατόχου του Κωνσταντίνου, του Γρηγορίου, που ασφαλώς θα εψάλλοντο και αυτά στη Μεγάλη Εκκλησία, ώστε το ύφος τους να χαρακτηρίζεται ύφος της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας. Ερωτηµατικό! Από εδώ όµως ξεκινά και ο ανεξάρτητος ως προς τη θετική ή αρνητική επενέργεια της νέας µεθόδου, προβληµατισµός, για τη διαµόρφωση του ύφους, και δη του πατριαρχικού, που αποτελεί και τη ναυαρχίδα όλων των υπολοίπων. Ο δε προβληµατισµός επεκτείνεται και λίγο πιο πέρα και αφορά και την περί γνησιότητος και αδιασπάστου διαδοχής άποψη του ύφους αυτού.

Βοηθητικός σ’ αυτό είναι ο ἐκ διαφόρων ἐπισήμων Ἀκαδημιῶν ιατροφιλόσοφος Βασίλειος Στεφανίδης που γράφει, ότι:
«Καὶ ἐκ τούτων γίνεται φανερὸν, ὅτι ἡ ἁπλῆ ἀνταπόκρισις τῶν φθόγγων προσδιορισμένη ὑπάρχει είς ὅλους τοὺς ψάλτας…αἱ δὲ λοιπαὶ δύο, καὶ μάλι-στα ἡ ἀνθηρὰ ἢ ἐκκλησιαστικώτερον εἰπεῖν τὸ μέλος κρέμαται ἀπὸ τὴν γύμνασιν καὶ εὐστροφίαν τῆς φωνῆς ἑκάστου…εἰς τρόπον, ὅτι τὸ αὐτὸ ᾆσμα εἰς τὸν αὐτὸν χρόνον ᾲδόμενον, φαίνεται πάντη διαφορετικόν, καὶ μὲ στροφὰς περισσοτέρας κατὰ τὴν διάφορον γύμνασιν καὶ ἐπιτηδειότητα τοῦ ᾄδοντος ἤ τοῦ ἠχοῦντος» 16. Συνάγεται εποµένως, ότι η περίπτωση του Κωνσταντίνου αποδεικνύει ότι όσο πιο καλλίφωνος ο ψάλτης και όσο πιο αναγνωριστική και ιδιωµατική η φωνή του, τόσο και πιο επιρρεπής είναι στις αποκλίσεις, ανεξαρτήτως του είδους της γραφής· και στη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία υπήρξαν πάρα πολλοί καλλίφωνοι πρωτοψάλτες και λαµπαδάριοι. Οπότε προκύπτουν, σύµφωνα µε τα παραπάνω, συνεχείς αποκλίσεις, αν όχι στο γενικό άκουσµα τουλάχιστον στις λεπτοµέρειές του. Αποκλίσεις τόσο στην έκφραση, όσο και στην γραπτή αποτύπωση των µελών των κατά καιρούς πρωτοψαλτών της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, ανεξάρτητα εάν η διαδοχή τους υπήρξε αδιάσπαστη -που δεν υπήρξε-, και παρά την προφανή προσπάθειά τους να ακολουθήσει έκαστος κατά πόδας τα βήµατα του προγενεστέρου του. Βλέπετε τις διαφοροποιήσεις Βιολάκη, Ναυπλιώτη, Πρίγγου, Στανίτσα, Νικολαίδη, Αστέρη, για τους οποίους δηλαδή έχουµε σαφέστερες πληροφορίες, και µη ξεχνούµε και τον Κ. Ψάχο που θέλει ως τελευταίο µεγάλο πρωτοψάλτη τον Ιωάννη Βυζάντιο, βασιζόµενος στο ότι µετά αυτόν υπήρξε σειρά διαδοχής εξωτερικών ψαλτών, και ιδία, στον Πατριάρχη Ιωακείµ τον Γ΄ που υπήρξε αυτήκοος όλων αυτών, από τον Ιωάννη µέχρι και τον Ιακώβο Ναυπλιώτη. Εποµένως, σε ό,τι αφορά το λεγόµενο πατριαρχικό ψαλτικό ύφος, µπορεί για δεοντολογικούς και συναισθηµατικούς λόγους να µην αµφισβητείται εν πολλοίς η αυθεντικότητά του, αλλά ο βαθµός της αρχαιότητάς και της γνησιότητάς του, σε σύγκριση µε τα άλλα, είναι σχετικός, αφού δεν τεκµηριώνεται και πειστικά.

Άλλη σκέψη: Ειδικά ως προς τον βαθµό της προσδιοριστικής καταγραφής των µελών -γι’ αυτό κυρίως κατηγορήθηκε και εξακολουθεί να κατηγορείται η Νέα Μέθοδος- µπορούµε να πούµε, ότι οι Τρείς ∆ιδάσκαλοι υιοθέτησαν συντηρητική γραφή, η οποία όµως, για τους γινώσκοντες, υποκρύπτει σαφώς περισσότερη ανάλυση από ό,τι δείχνει οπτικά. Προτίµησαν δε αυτό τον τρόπο, γιατί σε διαφορετική περίπτωση το αποτέλεσµα θα ήταν πολύ αντίθετο από εκείνο που επιδίωκαν, δηλαδή, την όσο το δυνατόν απλοποίηση της γραφής και παράλληλα την ευκόλυνση της µάθησης και της ερµηνείας της από τους αρχαρίους. Ας δούµε τι γράφει σχετικά ο Πέτρος Εφέσιος.
«Ὅθεν ἐπεξηγήσας αὐτὸν -εννοεί τον τόμο της Ανθολογίας του- δι᾿ ἀκριβεστέρας γραμμῆς Μελισμοῦ, καὶ πλοκῆς φθόγγων χάριν πλείονος μελῳδίας, ἀποφεύγων τὸ κατ᾿ ἐμὲ τὴν ὑπερβολὴν τῆς ἀναλύσεως, ἴνα μὴ ἐπιφέρω τοῖς μαθηταῖς δυσκολίαν τινὰ, ἀποπλανηθῶ δὲ καὶ τῆς συ-νήθους Μουσικῆς ὀρθογραφίας παρὰ τὸ καθῆκον» 17. Μας πληροφορεί εποµένως, σπουδαία, ότι µπορούσε, όπως θα µπορούσαν άσφαλώς και οι ∆ιδάσκαλοι, να γράψει αναλυτικότερα, πλην το απέφυγε για τους λόγους που εξηγεί.

Εδώ, λοιπόν, γεννιέται το µεγάλο ερώτηµα για το ποια γραφή αρµόζει και χρειάζεται· η αναλυτική ή η συνοπτική. Το ερώτηµα, παλαιό οπωσδήποτε, γίνεται περισσότερο επίκαιρο στις ηµέρες που βλέπουµε κατά κόρον σε πολλές νεώτερες εκδόσεις να γίνεται ανάλυση θέσεων και γραµµών σε σηµείο που πολλές φορές φθάνει την υπερβολή. Το αστείο µάλιστα είναι ότι µερικοί «µελοποιοί» βάζοντας µερικά δίγοργα και τρίγοργα -βλέπουµε και τετράγοργα κ.λ.π.- νοµίζουν ότι κάνουν νέα µελοποίηση! Στην ουσία βέβαια δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να καταγράφουν τα ιδιώµατα της δικής τους γνώσης και φωνητικής ικανότητας η και ιδιορρυθµίας, ανεξάρτητα εάν αυτά είναι καλά ή κακά, σωστά ή λανθασµένα, ή και εντελώς έξω από τη δεοντολογία της µουσικής και µάλιστα της εκκλησιαστικής, αποπλανόµενοι δε, επιπρόσθετα, στις περισσότερες των περιπτώσεων
«καὶ τῆς συνήθους Μουσικῆς ὀρθογραφίας παρὰ τὸ καθῆκον» όπως γράφει και ο Πέτρος Εφέσιος. Άρα η απντηση στο ερώτηµα είναι ότι οι δάσκαλοι σοφά προτίµησαν τη µέση οδό και καλώς παρέδωσαν.

Έχω αναφερθεί και σε άλλες ευκαιρίες, ότι η υπερανάλυση το µόνο που κάνει είναι να δυσκολεύει τα πράγµατα και πολλές φορές, ωραία µέλη, να τα καθιστά αγνώριστα, ή και ανεκτέλεστα. Εύκολα έρχεται στο νου µας η εικόνα δηµοτικών τραγουδιών που έχουν καταγραφεί, από ξένους βασικά µουσικολόγους και ερευνητές, µε κάθε δυνατή, γιατί απόλυτη δεν γίνεται, λεπτοµέρεια, τα οποία, λόγω της πυκνότητας της µελικής κίνησης και της µικρής χρονικής αξίας των φθογγοσήµων, είναι αδύνατο να διαβαστούν ή και να εκτελεστούν από φωνές µα και µουσικά όργανα 18. Θα πει κανείς και τι θα γίνει µε τα µικροποικίλµατα, δεν θα τα καταγράψουµε; Η απάντηση είναι όχι. Αν τα καταγράψουµε οι µουσικοί φθόγγοι που θα χρησιµοποιήσουµε αποκτούν δική τους αυτοτέλεια, οντότητα και δυναµική και όλοι οι µικροί αυτοί φθόγγοι, τα ποικίλµατα, γίνονται βασικοί πλέον φθόγγοι, οπότε θέλουν και αυτοί µε τη σειρά τους άλλη δική τους ανάλυση και πάει λέγοντας. Ενυπάρχουν αυτοί οι µικροί, οι ξένοι φθόγγοι, όπως τους λένε οι της ευρωπαϊκής µουσικής, µέσα από τη δυναµική των χαρακτήρων της συντηρητικής γραφής της Νέα Μεθόδου και οι καλοί ψάλτες γνωρίζουν να τους εκτελούν.

Άλλη σκέψη: Λιγότερο, έως σχεδόν καθόλου στην αρχή, κάπως περισσότερο αργότερα και πολύ έντονα σήµερα άρχισε και η συζήτηση για τα καταργηµένα σηµάδια της παλαιάς γραφής, και ιδιαίτερα γι’ αυτά που είναι γνωστά και ως µικρές υποστάσεις. (Τροµικόν, Στρε̟τόν, Πίασµα, Λύγισµα, Τσάκισµα κ.α.) και για την επαναφορά τους στη σηµερινή γραφή. Είναι γεγονός ότι οι τρεις δάσκαλοι, στην αρχή, και σε ένα µεταβατικό οπωσδήποτε στάδιο, τα χρησιµοποίησαν. Όµως αυτά, όπως όλοι µας γνωρίζουµε, δεν ήταν τίποτα άλλο από σηµεία που µας έδειχναν µικροποικίλµατα της φωνής, κάτι που τελικά οι ίδιοι θεώρησαν ως ασήµαντη λεπτοµέρεια, πολύ περισσότερο εφ’ όσον είχαν αναλύσει και την ερµηνεία τους. Και τελικά, ήδη από τις πρώτες έντυπες εκδόσεις τους, τα εγκατέλειψαν. Τώρα να τα επαναφέρουµε; Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο αποτελεί ουτοπία και θεωρώ την επ’ αυτού συζήτηση άσκοπη ως αποτέλεσµα και επί πλέον σαφές πισωγύρισµα. Θα πει κανείς, πειράζει να µπουν; ∆εν θα έλεγα ότι πειράζει, αλλά και δεν προσφέρει. Έτσι και αλλιώς όλα αυτά τα µικροσηµάδια ενυπάρχουν στη ψαλτική πράξη της πλειονότητας των σηµερινών ψαλτών, γιατί η ελευθερία που µας προσφέρει το σηµερινό σύστηµα µας δίνει τη δυνατότητα όχι µόνο να τα ερµηνεύουµε όλα, αλλά και µε τη συγκεκριµένη γραφή των τριών δασκάλων να µπορούµε να εξηγήσουµε και πώς αυτά λειτουργούν, κάτι που αµφιβάλλω αν µπορούσαν να κάµουν µε τις τότε γνώσεις τους οι παλαιοί ψάλτες. Ήταν γνωστή η απάντηση των παλαιών δασκάλων όταν τους ρωτούσε ο µαθητής να του λύσουν κάποια απορία: «Άκου να µάθεις…». Έπειτα είναι και κάτι άλλο· ίδια η ερµηνεία τους. Τα ανέλυσαν οι δάσκαλοι, µα τα συναντούµε µε διαφορετικούς τρόπους. Ποιός θα πρέπει να προτιµηθεί και να κωδικοποιηθεί. Εδώ µόνο για την Πεταστή έχουµε καµιά δεκαριά διαφορετικές ερµηνείες! Ποιά είναι η σωστή; Όλες. Το σύστηµα της σηµερινής γραφής µας αφήνει ελεύθερους να επιλέξουµε κατά βούληση, ικανότητα, παράδοση, γνώση, διάθεση κ.λ.π. Άρα, τελικά επί του προκειµένου φιλοκαλούµεν µετ’ ευτελείας…

Άλλη άποψη: Με τη Νέα Μέθοδο οι δάσκαλοι καθόρισαν τις διέσεις και τις υφέσεις, όµως ελάχιστα τις χρησιµοποίησαν και µάλιστα µόνο τις απλές. Γιατί άραγε, µήπως επρόκειτο για αµέλειά τους; Η απάντηση είναι εύκολη. Στις περισσότερες, για να µη πω σε όλες τις περιπτώσεις, η ύπαρξη των διέσεων και υφέσεων έχει σχέση µε τη λειτουργία των έλξεων, οι οποίες αποτελούν βασική προϋπόθεση διεργασίας των ήχων. Είναι αυτές που ντύνουν το σκελετό της κλίµακας -µόνο σκελετός είναι αυτή- του κάθε ήχου, προκειµένου αυτός να αποκτήσει την ιδιαίτερή του φυσιογνωµία. Αυτά ήταν πράγµατα γνωστά στους δασκάλους και θα έλεγα αυτονόητα σε όλους τους ψάλτες µε αληθινή ψαλτική πα-ράδοση. Πέραν αυτού θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι οι έλξεις αποτελούν, όπως προανέφερα, διερ-γασία της φύσης της ανθρώπινης φωνής, µε αποτέλεσµα να έχουν διαφορά εκφοράς από ψάλτη σε ψάλτη. Ασφαλώς για λόγους διευκρινιστικούς καθόρισαν οι δάσκαλοι και µετέπειτα η Επιτροπή του 1881, τα σηµεία αλλοιώσεως µε διαφορά δύναµης στην ενέργειά τους, όµως πάνω στη ψαλτική πράξη αυτή η διαφορά είναι σχετική.

∆ηµιουργήθηκε και για τις έλξεις ένα ζήτηµα που, µαζί και µε την ιστορία των διαστηµάτων, πάει γίνει σήµερα τελικό ζητούµενο. Έτσι φθάσαµε ,εκτός από την επαναφορά παλαιών σηµαδίων, να γίνεται καυγάς και µάλιστα οξύτατος για τις µονόγραµµες, δίγραµµες, τρίγραµµες, έλξεις, να κατακλύ-ζονται τα έντυπα από αυτές, και να µετρούµε ως προς τα διαστήµατα την απόσταση οξύτητας µε τα σεντς. Λέτε και ο άνθρωπος µε τη φωνή του είναι µηχανή, για να αποδίδει ταυτόσηµα πάντα τις έλξεις, καθώς και τα απειράριθµα δεκαδικά διαστήµατα των σεντς· λέτε και δεν µίλησε από την αρχαιότητα ο µεγαλύτερος θεωρητικός, ο Αριστόξενος για αµελώδητα διαστήµατα 19. Τώρα τελευταία διαβάζω γίνεται λόγος και για την ύπαρξη συµµέτρων και ασυµµέτρων ερµηνειών των εκκλησιαστικών µελών!!! Ασφαλώς η έρευνα στη µουσική της Εκκλησίας πρέπει να γίνεται και τα όποια πορίσµατά της να ανακοινώνονται, όµως στην αναφορά των πορισµάτων, ως προς την ψαλτική πράξη, σίγουρα πρέπει να επικρατεί η σχετικότητα και όχι η απολυτότητα. Στη µουσική και µάλιστα τη φωνητική, άλλο η µαθηµατική προσέγγιση του αντικειµένου και άλλο η πράξη του. Άλλο η αριθµοποίηση των έλξεων και άλλο η εφαρµογή τους. Αυτό που µας ενδιαφέρει είναι οι µεν έλξεις να εµφανίζονται από µόνες τους αβίαστα και να δίχως επιτήδευση -σαν φυσικά ιδιώµατα που είναι- στην πορεία του µέλους του κάθε ήχου, και τα διαστήµατα να µελωδούνται και να γίνονται αντιληπτά, σύµφωνα µε τη µακραίωνη ανατολική, βασικά, µουσική παράδοση 20. Αλλιώς η επί τούτου προσπάθεια εφαρµογής κατά κόρον, πάσης φύσεως έλξεων, δείχνει ψεύτικη και επιτηδευµένη και ακριβώς αυτό είναι που ενοχλεί, τους παραδοσιακούς αν θέλετε ψάλτες, που τις εκτελούν µε βάση τη βιωµατική τους ακουστική εµπειρία, γνώση και προσέγγιση και όχι µέσα από τη οποιαδήποτε επί χάρτου θεωρία

Άλλη σκέψη: Μέσα σε όλα αυτά έχουµε και την τάση δουλικής µίµησης από πολλούς νέους κυρίως ψάλτες, των αναλύσεων και του ψαλσίµατος γνωστών µεγάλων ψαλτών. Μίµηση που σε πολλές περιπτώσεις φθάνει στο κωµικό σηµείο όχι µόνο αποµίµησης της φωνής του προτύπου αλλά και στα τυχόν φυσικά η και εξωγενή ελαττώµατα της προφοράς του. Θα πρέπει να γνωρίζουν ότι, µπορεί η αξία του προτύπου να είναι ανυπολόγιστη, του αντιγράφου όµως είναι από ευτελέστατη έως και µηδενική. Και κάτι άλλο, για να µην ξεχαστεί! Τι θα γίνει µε την αγωνιώδη προσπάθεια των τελευταίων ετών, από πολλούς, ταύτισης της εκκλησιαστικής µας µουσικής µε τα διάφορα µακάµια της εξωτερικής και δη της τουρκικής; Υπάρχουν σαφώς µεταξύ τους κάποιες συγγενείς προσεγγίσεις, πλην άλλος ο σκοπός και ο προορισµός, η έκφραση, η µελική διεργασία και ανάπτυξη της εκκλησιαστικής µουσικής που µυρίζει λιβάνι, και άλλος των διαφόρων µακαµίων, σουπιέδων, πεστέδων, και λοιπά που µυρίζουν τεκέ. Κάποτε, κάπως τα µπερδεύανε τα πράγµατα οι παλιοί ψάλτες µε τις λιγοστές γραµµατικές, γλωσσικές και θεωρητικές τους γνώσεις. Είχε περάσει εδώ και αρκετά χρόνια αυτή η εποχή. Σήµερα γιατί ξαναγυρνάµε από εκεί που καλά κάναµε και φύγαµε, δηλαδή από την τούρκικη θεωρητική και πρακτική µουσική ορολογία, µε αποτέλεσµα εµείς οι ίδιοι να γινόµαστε οι βαστάζοι της άποψης των Τούρκων ότι η µουσική µας είναι η δική τους µουσική;

Άλλη άποψη: Θεωρώ ότι µπορούν να υπάρχουν διάφορες εκτιµήσεις και αντίθετες απόψεις ως προς τη Νέα Μέθοδο που µας κληροδότησαν οι τρείς όντως µεγάλοι ∆άσκαλοι της εκκλησιαστικής µας µουσικής. Πρώτα και πάνω όµως από όλα θα πρέπει να θεωρηθεί σωτήρια, γιατί δίχως αυτήν ίσως σήµερα δεν θα µιλούσαµε καθόλου για εκκλησιαστική µουσική όπως τη γνωρίζουµε, αφού, ουδόλως απίθανο, η δυσκολία και η ασάφεια του παλαιού συστήµατος θα αποτελούσαν την αιτία αντικατάστασής της µε εκείνη της ευρωπαϊκής. Επίσης, δεν πρέπει για κανένα λόγο να υποτιµούµε την προσφορά των τριών διδασκάλων, ούτε και να εµφανιζόµαστε βασιλικώτεροι του βασιλέως από εκείνους που ήταν πολύ πιο κοντά στην παλιότερη γραφή και γνώριζαν σίγουρα περισσότερο τις αδυναµίες της από ό,τι εµείς διακόσα χρόνια µετά. Πολύ δε περισσότερο, είναι αδιανόητο οι περιπτώσεις αντίθετης άποψης σε διάφορα επί µέρους θέµατά της να µας χωρίζουν σε δογµατικώς αντικρουόµενα στρατόπεδα. Η ψάλτες υπηρετούν πάνω από όλα την διδαχή της Εκκλησίας. Η µουσική της είναι σπουδαία και πλήρως αρµοστή µε την ορθόδοξη λατρεία, αλλά δεν είναι ούτε άγια, ούτε βέβαια και θρησκεία. Αυτό µόνο σε Άπω Ανατολικές θρησκείες µπορούµε να το βρούµε. Είναι γνωστή, άλλωστε, από την αρχαία εποχή η περίπτωση του Ορφέα που θέλησε να καθιερώσει ως δόγµα και θρησκεία τη µουσική. Ο µύθος της θανάτωσής του δείχνει ακριβώς το ότι δεν επικράτησαν τέτοιες ιδέες στο χώρο µας.

Η εκκλησιαστική µουσική σε µας είναι απλή θεραπαινίδα του λόγου, µε µεγάλη και δυναµική, έστω, παρουσία µέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, τίποτα άλλο. Εποµένως είναι άστοχη, η µεγάλη αντιπαλότητα. Οι όποιες απόψεις θα πρέπει να κατατίθενται µε επιχειρήµατα σε όσο το δυνατόν ευρύτερους και όχι µόνο µεγαλόσχηµους κύκλους, για εποικοδοµητική συζήτηση. Μόνο τότε µπορεί να προκύψουν ασφαλή συµπεράσµατα για την υπόστασή της και αποφάσεις για το µέλλον της.

Άλλη σκέψη: Με το θάρρος της άποψής µου καταθέτω ότι, ο όποιος διαχωρισµός σε κύκλους πανεπιστηµιακούς, ωδειακούς, παραδοσιακούς, µη παραδοσιακούς, Καραϊκούς, Πατριαρχικούς, Κωνσταντινουπολίτικους, Αθηναϊκούς, λοιπής Ελλάδας κ.λ.π. είναι άχαρος και δεν προσφέρει τίποτα. Όλοι υπηρετούν ένα κοινό σκοπό και όλοι έχουν την ίδια αγάπη για τη µουσική. Όλοι µπορεί να έχουν δίκιο, µπορεί και άδικο. Κανένας όµως δεν έχει από µόνος του τη θεία επιφοίτηση, µα ούτε και το αλάθητο και κανένας δεν µπορεί να ισχυρισθεί ότι είναι ο απόλυτος οὗτος ἔφα. Και µία παρένθεση.

Θεωρώ ευτυχή τον εαυτό µου που έζησα και πρόλαβα µετά την πρώτη στείρα περίοδο του µεταπολέµου, ήδη από τη δεκαετία του 1960 να δω να αρχίζει η επιστηµονική έρευνα σε βάθος, περί την µουσική της Εκκλησίας µας, να αναπτύσσεται στις επόµενες δεκαετίες και σήµερα πλέον αυτή να εξειδικεύεται µέσα από τη διδασκαλία των πανεπιστηµιακών µουσικών τµηµάτων. Αυτή όµως η έρευνα θα πρέπει οπωσδήποτε να πλησιάσει και τους εµπειρικούς ψάλτες, τους παραδοσιακούς. Αυτούς που έχουν αναλώσει τη ζωή τους στο αναλόγιο και έχουν ταυτισθεί µε την πράξη της µουσικής της Εκκλησίας µας. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει οι σοφολογιώτατοι πανεπιστηµιακοί δάσκαλοι, όλοι εσείς οι νεότεροί µας, να κατεβείτε από την έδρα σας και να τους πλησιάσετε, και να τους εξηγήσετε µε γλώσσα που καταλαβαίνουν τις υψηλές έννοιες της µουσικής που υπηρετούν. Τότε µόνο η σπουδαία κατά τα άλλα επιστηµονική ενασχόλησή σας θα έχει τα προσδοκώµενα αποτελέσµατα και θα επαληθεύσει το άξιο, και θα στέψει τους κόπους σας. Κλείνει η παρένθεση.

Πιστεύω, λοιπόν για να επανέλθω στη προηγούµενη άποψή µου, ότι µέσα από την επιστηµονική έρευνα, την εµπειρία και την καλής πίστης, χωρίς αποκλεισµούς και δογµατισµούς ευρύτερη συζήτηση, µόνο τότε µπορεί να προκύψει σύγκλιση απόψεων και αποδοχή. Μόνο τότε, ίσως, θα µπορέσουν να προχωρήσουν σε βάθος η γνώσεις µας από τη αρχαία εποχή µέχρι και την εποχή της διαρρύθµισης της µουσικής της Εκκλησίας µας. Και ως προς τη γραφή της, όχι βέβαια τη γραφή του Πέτρου, αυτή, µέσες άκρες, τη γνωρίζουµε, γιατί αυτήν εξήγησαν οι τρείς δάσκαλοι, άλλο αν σήµερα παρουσιάζονται µερικοί ως εξηγητές της εξηγηµένης! Εννοώ την πολύ παλιά, εκείνη που όλες η µέχρι σήµερα προτάσεις ερµηνείας της, όπως ο αναδροµικός παραλληλισµός (αυτός φθάνει µε λογικό συνειρµό το πολύ µέχρι τον 17ο αιώνα), η µετροφωνική µεταγραφή (αυτή αποδίδει µέλη που δεν µοιάζουν καθόλου µε τα σηµερινά), ο πολλαπλασιασµός της χρονικής αξίας των σηµαδοφώνων της (είναι ασαφής ο προσδιορισµός τους), κ.α. δεν µπόρεσαν µέχρι σήµερα να δώσουν την τελική απάντηση. Αλήθεια ποια από τις τρεις π.χ. εκδοχές που είχε το γουργούρι π.χ. του Ακάκιου Χαλκεόπουλου έφθασε εξηγηµένη σε µας, πως και διατί; Να ξεµπερδέψουµε µε τους ήχους, µε το ρυθµό, µε τα γένη (π.χ. αν ή όχι υπήρχε παλιά χρωµατικό γένος και ποιες οι ιδιαιτερότητες του ή ποιο ήταν το θρυλούµενο εναρµόνιο). Να δούµε συγκριτικά τη σχέση της µουσικής µας µε τη µουσική των οµόρων λαών, τι πήρε και τι έδωσε Να βρούµε ένα λογικό σηµείο επαφής και µε τους ξένους ερευνητές, και να µην έχουµε αφοριστικά την άποψη ότι τα παλαιά µέλη µόνο τότε εξηγούνται ορθά εάν µοιάζουν απόλυτα µε αυτά που γνωρίζουµε σήµερα. Λέτε και τόσοι αιώνες µε µια γραφή που στην εξέλιξή της έγινε απλά περιγραφική και ακαθόριστη και που την ακολουθεί περισσότερο ο µύθος παρά η πραγµατικότητα -άποψή µου-, δεν επισώρευσαν σ’ αυτά καµιά αλλοίωση. Εδώ βλέπουµε, όπως προανέφερα, µέσα σε διάστηµα δύο αιώνων και µε γραφή πολύ προσδιοριστική και µε ηχητικά ακόµα ακούσµατα από ήδη εκατό χρόνων, να υπάρχει τόση διαφοροποίηση -γράφε εξέλιξη για µένα-, ώστε να διακρίνεται σαφέστατα παλαιότροπη 21 και νεώτερη ψαλτική έκφραση, µε τα σχετικά συνακόλουθα.

Τελειώνοντας, και ως κατακλείδα της απλής ψαλτικής µου σκέψης, θεωρώ ότι πρέπει να συνειδητοποιήσουµε πως καλή και σωστή είναι η µουσική -ανεξάρτητα από το, είδος της γραφής της- µόνο όταν δικαιολογεί το σκοπό της ύπαρξής της στους χώρους των ιερών ναών. Αυτό σηµαίνει ότι πρέπει να ερµηνεύεται µε σοβαρότητα, δίχως ακροβατισµούς, δίχως προσωπικούς ή και τοπικούς εξεζητηµένους ιδιωµατισµούς, δίχως χρήση κεκλασµένων µελών και φωνασκιών, δίχως και χωρίς λόγο χρήση ατερµόνων «µουσουργηµάτων» 22, στα οποία κατά τον Πατριάρχη Ιωακείµ τον Γ΄, όχι µόνο δεν µπορεί κανείς να βρει κάποια µουσική ιδέα, «αλλά ούτε το σκοπό της ατελείωτης χρονικής τους διάρκειας που προξενεί αληθινό ίλιγγο και απελπισία στους ακροατές» 23. Με άλλα λόγια δίχως χρήση των περιττών και τούτο γιατί, αν και µιλούµε πλέον για Τέχνη, σύµφωνα µε τον Μέγα Βασίλειο
«Πᾶν, ὅ μὴ διὰ χρείαν, ἀλλὰ διὰ καλλωπισμὸν -βάλε και για επίδειξη- παραλαμβάνεται περπερείας ἔχει κατηγορίαν»


____________________

1. Κ.Α. Ψάχου Ἡ Παρασημαντικὴ τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς, Ἐν Αθήναις 1917, 49.   
2. Βλ. Αντώνιος Χατζόπουλος Ανέκδοτες ε̟ιστολές Οικουµενικών Πατριαρχών ̟ρος Μητρο̟ολίτην Χρύσανθον εκ Μαδύτων, στο «Μελουργία», έτος Α΄, τεύχος Α΄, Θεσσαλονίκη 2008, 131-138.
3. Βλ. « Εισαγωγή» µου στην τρίτη έκδοση του Μ. Θεωρητικού του Χρυσάνθου , Εκδόσεις Κ. Σπανού, Αθήναι 1976-77.
4. Βλ. Σπύρος Καρύδης-Παναγιώτας Τζιβάρα Το τενόρε της ψαλµουδίας, Αθήνα 2011 
5. Βιβλιοθήκη Κ. Ψάχου 2- Παρισινή 1. Έτος γραφής τους 1809, 11, 12.
6. Ε. α. αριθ. 82, φ 1.
7. «ὁ μὲν πρῶτος-ὁ Χρύσανθος- περὶ τὸ θεωρητικὸν τῆς Μουσικής μέρος, εἴπερ τις ἄλλος, διὰ μακροῦ χρόνου καὶ πόνων πολλῶν ἐνασχοληθείς, καὶ ἐπιστημονικῶν ἰδεῶν ἐγκρατής, Εὐρωπαίοις τε Μουσικοῖς ὁμιλήσας διδασκάλοις, κᾀκ τούτων, ὅσα τῷ εἰσαγωγικῶ συμβάλλεται μέρει, συλλεξάμενος». Βλ. Ελληνικός Τηλέγραφος 5 (1816), 10-12 και 16-18, αντίστοιχα. Πρβ. και Θ. Αριστοκλέους στο Κωνσταντίου Α΄ Βιογραφία, σελ.61, σηµ.Β΄ όπου άναφἐρει σχετικά ότι ο Κωνστάντιος «Εἶχε παρ᾿ ἐαυτῷ καὶ καλούς συνεργάτας, ὥς τινας δορυφόρους, λογίους ἱερωμένους οἷον τῶν ἐκ Μαδύτου Ἀρχιμανδρίτην Χρύσανθον, τὸν ὑπὲρ τοὺς ἄλλους δύο Γρηγόριον καὶ Χουρμούζιον πολλὰ ὑπὲρ τῆς μουσκῆς μοχθήσαντα».
8. «Τὸ ἔργο τῶν τριῶν διδασκάλων μποροῦμε να ποῦμε ὅτι παρουσιάζεται περισσότερο ὡς διαρρύθμιση παρὰ ὡς μεταρρύθμιση» (βλ. Ἀντωνίου Ἀλυγιζάκη Ἡ όκταηχία στὴν ἑλληνικὴ λειτουργικὴ ὑμνογραφία, Θεσσαλονί-κη 1985, 201.
9. Γνωρίζουµε, ότι τα πρώτα χρόνια δεξιά στον πατριαρχικό ναό έψαλλε µε την παλιά µέθοδο ο βασικός τότε αντίπαλος της µεθόδου των ∆ιδασκάλων, ο Κωνσταντίνος ο Βυζάντιος και αριστερά µε τη Νέα Μέθοδο ο Ιωάννης ο Βυζάντιος κ.ά. «Ἐπί ὅλην δὲ εἰκοσαετίαν πολλοὶ τῶν μουσικῶν ἔψαλον δεξιόθεν ἐκ βιβλίων γεγραμμένων διὰ τῆς παρασημαντικῆς Πέτρου τοῦ Πελοποννησίου, ἀριστερόθεν δὲ ἐκ τῶν τοῦ νέου συστήματος ἤ τανάπαλιν, καὶ ὅμως οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν διετύπωσε παράπονα πρὸς τὸν ἕτερον ὡς κακῶς ἀπαγγέλλοντα τὰ μέλη». Βλ.Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ἱστορικὴ Ἐπισκόπησις τῆς βυζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς Ἐν Ἀθήναις 1904, 130.
10. Είναι έξω από κάθε λογική η άποψη του παλιότερα ήταν καλύτερα. Τότε δεν θα υπήρχε πουθενά πρόοδος και εξέλιξη. Το αυτό ισχύει και στη µουσική της Εκκλησίας µας και για τους ερµηνευτές της. Κάθε µεγάλος ήταν µεγάλος για τον καιρό του, και οι συγκρίσεις µεταξύ δύο διαφορετικών εποχών οδηγούν σε εσφαλµένα συµπεράσµατα. Έστω ως παράδειγµα ο Ιάκωβος ο Ναυπλιώτης. Μέγας και εκτός συναγωνισµού στην εποχή του. Αν ζούσε σήµερα και έψαλλε όπως αυτό που ακούµε µέσα από τις ηχογραφήσεις του θα είχε την ίδια απήχηση; Νοµίζω πως όχι.
11. «Ίωάννης ὁ Πρωτοψάλτης ἔλεγε φανερῶς,ὅτι ἔπρεπε νὰ σηκωθῇ ἀπὸ τὰ ποιήματά των ἐκεὶνη ἡ διὰ τὸ πολυχρόνιον δυσκολία τῆς διδάξεως καὶ μεταδόσεως τῆς Ψαλμῳδίας καὶ νὰ συστηθῇ σύστημα χαρακτήρων ἁπλούστερον, μεθοδικότερο, καὶ στοιχειῶδες, δι᾿ οὗ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γράφηται κάθε εἶδος μελῳδίας, καὶ νὰ μεταδίδωται ἀπαρασαλεύτως». Βλ. Χρυσάνθου τοῦ ἐκ Μαδύτων, Μέγα Θεωρητικὸν τῆς μουσικῆς, ἐν Τερ-γέστη 1832, σ. XLVIII.
12. «Ἀναστασιματάριον σὺν Θεῷ ἀγίῳ·κατὰ τὸ ὕφος τῆς μεγάλης ἐκκλησίας, μελοποιηθὲν παρὰ κὺρ Πέτρου λαμπαδαρίου τοῦ Πελοποννησίου· ἐξηγήθη δὲ κατὰ τὴν νέαν μέθοδον τῆς μουσικῆς, παρὰ κὺρ Γρηγορίου πρω-τοψάλτου·» χ.φ. Mingana Greece 8.
13. Βλ. πρόχειρα π.χ. Χερουβικά του Αντωνίου ιερέως, και άλλων παλαιοτέρων.
14. Στεφάνου Α΄∆οµεστίκου, Ἐγκυκλοπαίδεια τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, Ἐν Κωνσταντινουπόλει 1859, στον προς «τοῑς ἐντευξομένοις» πρόλογό του.
15. Κωνσταντίνου Πρωτοψάλτου, Ταμεῖον Ἀνθολογίας, τόμος πρῶτος, Ἐν Κωνσταντινουπόλει 1845.
16. Βλ. Βασιλείου Στεφανίδου, «Σχεδίασμα περὶ μουσικῆς ἰδιαίτερον ἐκκλησιαστικής», στο Ἐργασίαι ‘Ἐκκλησιαστικοῦ Μουσικοῦ Συλλόγου, τεῦχος πέμπτον, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1902, 275-6.
17. Πέτρου Μανουήλ Ἐφεσίου, Τόμος δεύτερος Ἀνθολογίας, ἐν Βουκορεστίῳ ,ᾳωλ, σ. ιβ΄.
18. Οι της ευρωπαϊκής σηµειογραφίας πολύ πιο πρακτικοί από εµάς επινόησαν να σηµειώνουν τα διάφορα ποικίλµατα κ.λ.π. µε επερείσεις, τρύλλους πλειάδες κ.ά., ακριβώς για να µην παραφορτώνουν το µουσικό τους κείµενο.
19. «Ἔστι δη τόνος ἡ τῶν πρώτων συμφώνων κατὰ μέγεθος διαφορά. Διαιρεῖσθω εἰς τρεῖς διαιρέσεις, μελῳδείσθω γὰρ αὐτοῦ τό τε ἥμισυ καὶ τὸ τρίτον μέρος καὶ [τὸ] τέταρτον, τὰ δὲ τούτων ἐλάττονα διαστήμα-τα πάντα ἔστω ἀμελῲδητα» (Ἀρμονικῶν στοιχείων βιβλ. Α΄, 121).
20. Ο Χρύσανθος που κατηγορείται, µεταξύ άλλων και για τα µαθηµατικά του λάθη, σαν σοβαρός γνώστης της ψαλτικής πραγµατικότητας, γράφει, µε επίγνωσή του ότι «…οὕτως εὕρομεν ἐγγύτερον τῆς ἀληθείας» (Μ. Θεωρητικόν, σ. 97, εδάφ. 226). ∆ηλαδή µπορεί να είναι λάθος στα µαθηµατικά, αλλά στην πράξη είναι σωστά.
21. Σχετικά µε την παλαιότροπη-νεώτερη ψαλτική έκφραση, παραπέµπω στην µε θέµα « Η πράξη και έκφραση της ψαλ-µωδίας µας» εισήγησή µου, (Επιστηµονική ∆ιηµερίδα «Η ψαλτική τέχνη στην Ορθόδοξη Λατρεία», Ηράκλειο Κρήτης, 24-26 Οκτωβρίου 2014), όπου και αναλύω τα πςρί παλαιότροπης και νεώτερης ψαλτικής έκφρασης, σε συσχετισµό µε την προ και µετά µικροφώνου εποχή.
22. Για τους σηµερινούς καιρούς, πιστεύω, πως η µόνη ευκαιρία για την παρουσίαση σχοινοτενούς διάρκειας µουσικών έργων είναι εκείνη σε εξωλειτουργικές µουσικές εκδηλώσεις , στις οποίες η εκτέλεσή τους µπορεί να γίνεται -ίσως και να ενδείκνυται, λόγω της µουσικής πληρότητας και των αυξηµένων τεχνικών τους απαιτήσεών- χάριν της µουσικής γενικότερα (η τέχνη για την τέχνη), και όχι κατά τη διάρκεια των, µε συγκεκριµένο και εν πολλοίς περιορισµένο χρόνο, εκκλησι-αστικών τελετουργιών.
23. Βλ. Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια (1 Σεπτ. 1906), 428.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιο Ιστολογίου

Οι απόψεις που εκφράζονται, απηχούν την προσωπική γνώμη του εκάστοτε γράφοντος.

Γράψτε το σχόλιό σας και απλά περιμένετε λίγες ώρες μέχρι να το δείτε δημοσιευμένο.

Σχόλια που τηρούν στοιχειώδη κανόνες ευπρέπειας είναι αυτονόητο ότι αποτελούν αφορμή διαλόγου και ουδέποτε θα λογοκριθούν.

Δεν επιτρέπονται σχόλια που συκοφαντούν κάποιο πρόσωπο, που περιέχουν υβριστικούς χαρακτηρισμούς κλπ. Για τον λόγο αυτό ενεργοποιήθηκε η προ-έγκριση για να αποφευχθούν κρούσματα προσβλητικής συμπεριφοράς διότι οφείλουμε να διαφυλάξουμε την αξιοπρέπεια του ιστολογίου μας.

Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια με ψευδώνυμο ενδέχεται να διαγραφούν για την διαφύλαξη της ποιότητας. Τα σχόλια δεν είναι πεδίο στείρας αντιπαράθεσης αλλά προβληματισμού και γόνιμου διαλόγου.