Συνέχεια από το Δεύτερο Μέρος
Άγγελου Σέφκα
Φιλολόγου - Ψάλτου
Η ευαγγελική ρύση, «οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη»[1], όπως ίσχυσε για τους αγίους Αποστόλους, που ο χαριτωμένος βίος τους υπέπιπτε στην αντίληψη όλων, σα να ήταν μια πόλη που βρίσκεται σε μια βουνοπλαγιά η οποία δεν είναι δυνατόν να κρυφτεί, έτσι ισχύει και με το έργο του μεγάλου μελουργού, υμνογράφου και θεωρητικού[2] Μανουήλ του Παλαιού Χρυσάφη.
Ο Μανουήλ Χρυσάφης γεννήθηκε το πρώτο μισό του 15ου αι., υποθετικά μεταξύ 1410 και 1420, στη Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης και πέθανε το γ’ τέταρτο του 15ου αι. Κατά καιρούς πολλοί τον παρουσιάζουν, μάλλον εσφαλμένα, ως Λαμπαδάριο της Αγίας Σοφίας[3], αν και στις περισσότερες ανθολογίες του συνήθως συναντούμε τον τίτλο του ως εξής: «λαμπαδάριος του εὐαγοῦς και βασιλικοῦ κλήρου»[4], τίτλος που επιβεβαιώνει και τη στενή σχέση του με τον Κωνσταντίνο ΙΑ’ τον Παλαιολόγο. Ο Μανουήλ μετά την Άλωση καταφεύγει στην Πελοπόννησο και αργότερα περνά στην Κρήτη. Επιπλέον, υπάρχουν μαρτυρίες για εγκατάστασή του στη Σερβία. Από τους επιφανέστερους μαθητές του υπήρξε ο Γεράσιμος Χαλκεόπουλος[5].


