Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2021

Οι μεγάλοι Θεωρητικοί τού Βυζαντίου και τού Μεταβυζαντίου και τα κυρίως θέματά τους! (Μέρος Α΄ Εισαγωγή) Του Φιλολόγου και Ψάλτου Άγγελου Σέφκα

Η παρούσα εργασία υλοποιήθηκε στα πλαίσια του μαθήματος «Εισαγωγή στη Βυζαντινή Μουσική», το οποίο διδάσκεται κατά το α’ εξάμηνο του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών πουδών των Σμημάτων Μουσικών πουδών και Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Αποτελεί μια αναζήτηση των απαρχών Βυζαντινής Μουσικολογίας ανάμεσα σε μεγάλες προσωπικότητες, που συνέγραψαν θεωρητικά συγγράμματα και εγχειρίδια Θεωρίας της Βυζαντινής Μουσικής, κατά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο. Ευελπιστώ να φωτιστούν τυχόν σκοτεινά σημεία, να διεξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα και, ει δυνατόν, στο μέλλον να χρησιμοποιηθούν τα στοιχεία αυτά για μια διεξοδικότερη έρευνα επί του θέματος. Αυτή η μικρή μελέτη αφιερώνεται στον προσωπικό μου θεωρητικό και εκτελεστή της Βυζαντινής Μουσικής, στον «πρὸ μικροῦ μεθ' ἡμῶν», στον αείμνηστο δάσκαλό μου Δημοσθένη Κουσκούκη, ως ελάχιστο αντίδωρο.

Άγγελου Σέφκα
Φιλολόγου - Ψάλτου


Εισαγωγικά

Είναι πράγματι δύσκολο να περιγράφεις και αναλύεις μια Τέχνη, πόσο μάλλον όταν εκείνη είναι βιωματική. Αυτό το δύσκολο εγχείρημα κλήθηκαν να φέρουν εις πέρας κάποιες σπουδαίες προσωπικότητες περιγράφοντας, αναλύοντας, επεξηγώντας και παρουσιάζοντας τον πλούτο της Βυζαντινής Μουσικής, μέσω των θεωρητικών τους συγγραμμάτων και εγχειριδίων. Η εργασία αυτή με τη σειρά της καλείται να ξεχωρίσει και να μελετήσεις ορισμένες από αυτές τις προσωπικότητες, τις πλέον σημαντικές, και να παρουσιάσει το έργο τους.

Αδιαμφισβήτητα, η Θεωρία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της Ψαλτικής Τέχνης και αμφότερες, με την ψαλτική Πράξη, χαρακτηρίζονται από έναν τρόπο «συζυγικής συμβίωσης» και αλληλοπεριχώρησης, καθώς η μία συμπληρώνει την άλλη. Σαφώς, όμως, η διαμόρφωση τους στο διάβα των αιώνων αποτελεί έργο μεγάλων μουσικών προσωπικοτήτων, με ποικίλη δράση στο χώρο της μουσικής. Επομένως, κοινόν όφελος θα αποτελούσε η παρουσίαση και ανάδειξη των μεγάλων Θεωρητικών και του πολυσχιδούς έργου τους, που ακόμα και αν χωρίζουν κάποιους τα χρόνια μισής χιλιετίας, τους ενώνει η αγάπη για την ίδια μουσική.

Το μικρό αυτό πόνημα, διαιρείται σε δύο κυρίως μέρη και μικρότερα επιμέρους. Όσον αφορά στο πρώτο μέρος, γίνεται λόγος για τον χωροχρόνο του Βυζαντίου και της μετέπειτα από αυτό περιόδου. Επιπλέον, δίνεται έμφαση στο τομέα της εκπαίδευσης και του πνεύματος της πολιτιστικής κληρονομιάς που διακατείχε τους κατοίκους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλά και τους διαδόχους της. Στο δεύτερο μέρος από την άλλη, υπογραμμίζονται θεωρητικά, μουσικολογικά και ιστοριογραφικά ζητήματα μέσα από την παρουσίαση πέντε μεγάλων θεωρητικών της Βυζαντινής Μουσικής και του έργου τους. Για να συγγραφούν όλα τα παραπάνω, σημαντικές πληροφορίες αντλήθηκαν, αναφέροντας ενδεικτικά, από το έργο της Μ. Αλεξάνδρου, «Εισαγωγή στη Βυζαντινή Μουσική», του Γ. Παπαδοπούλου, «Συμβολαί εἰς τήν Ἱστορίαν τῆς παρ' ἡμῖν Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς» καθώς και συγγράμματα εκάστου των θεωρητικών.

Σκοπός όσων γράφονται παρακάτω είναι η υπενθύμιση της συμβολής των μεγάλων θεωρητικών μουσικών αναστημάτων, όπως του Μανουήλ Χρυσάφη ή του Χρυσάνθου εκ Μαδύτων, σε όσους γνωρίζουν, αλλά και η γνώση σε όσους την αγνοούν. Αναδεικνύεται η συμβολή τους, και ως προς την μελέτη και τη διάδοση της γνώσης, αλλά και όσον αφορά στη διάσωση της ίδιας της Βυζαντινής Μουσικής, όταν οι ιστορικές συνθήκες το προσέταξαν.


«Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο»

- Τοποθέτηση στον χωροχρόνο του Βυζαντίου και του Μεταβυζαντίου.

Πριν γίνει λόγος για μία Μουσική, της οποίας η ειδοποιός διαφορά καθορίζεται από τον προσδιορισμό «Βυζαντινή», καλό θα ήταν να οριστεί, ούτως ώστε να γίνει αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο προσδιορίζεται με αυτόν τον τρόπο. Βυζαντινή Μουσική[1] ονομάζεται η εκκλησιαστική και εξωεκκλησιαστική ή θύραθεν ή, απλώς, κοσμική μουσική που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Συχνά, όμως, ταυτίζεται κατ’ αποκλειστικότητα με την εκκλησιαστική μουσική της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας και κατ’ επέκτασιν ορίζεται ως η Ψαλτική Τέχνη, η θρησκευτική, δηλαδή, μουσική των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών βυζαντινού τύπου[2]. Σύμφωνα με άλλους ονομάζεται κατ’ αυτό τον τρόπο η ελληνική εκκλησιαστική μουσική.

Ωστόσο, ποια περίοδος ορίζεται ως βυζαντινή και τι συμβαίνει μετά την πτώση του Βυζαντίου στα 1453;

Το Βυζάντιο[3] ιστορικά υπήρξε αποικία των Μεγαρέων και έλαβε το όνομά του κατά πάσα πιθανότητα από τον ιδρυτή της νέας πόλης και αρχηγό της αποικιακή κίνησης, όπως πολλές φορές συνέβαινε, τον Βύζαντα. Την ίδια τοποθεσία επέλεξε και ο Μέγας Κωνσταντίνος, ως Μονοκράτορας, για να χτίσει τη νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μια Νέα Ρώμη, στην οποία έδωσε το όνομά του, και στο εξής καλούνταν Κωνσταντινούπολη. Η έναρξη των εργασιών για την δημιουργία της Κωνσταντινούπολης συνέβη το έτος 324 και ολοκληρώθηκε και εγκαινιάστηκε έξι χρόνια αργότερα, το έτος 330.

Ιερώνυμος Βολφ
Οι δύο αυτές χρονολογίες θεωρούνται ορόσημα για τη χρήση του όρου Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά και για ό,τι μπορεί να θεωρείται βυζαντινό. Παρά ταύτα οι κάτοικοι της Αυτοκρατορίας θεωρούσαν τους εαυτούς τους Ρωμαίους[4], αφού μέχρι και οι ίδιοι οι Αυτοκράτορες, ποτέ δεν υπέγραψαν ως Βυζαντινοί, αλλά ως «Αυτοκράτορες των Ρωμαίων». Η διαδεδομένη, όμως, χρήση του όρου βυζαντινός 
αποτελεί νεολογισμό του Γερμανού φιλοσόφου και ουμανιστή Ιερώνυμου Βολφ[5] (Hieronymus Wolf, 1516 - 1580), τον οποίο πρωτοχρησιμοποίησε στο Corpus Historiae Byzantinae (Φρανκφούρτη, 1568), και τέθηκε σε χρήση κατά κόρον από Γάλλους ανθρωπιστές του επόμενου αιώνα.

Από τα παραπάνω προκύπτει το συμπέρασμα πως ως βυζαντινή περίοδος μπορεί να ονομάζεται η περίοδος εκείνη των έντεκα περίπου αιώνων από την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης (324) έως την πτώση της από τους Οθωμανούς Τούρκους (1453).

Ωστόσο, η πολιορκία και η κατάληψη της πρωτεύουσας των Βυζαντινών δε σήμαινε και το τέλος του μακραίωνου ελληνοχριστιανικού τους πολιτισμού. Εν αντιθέσει, αυτή η πολιτιστική κληρονομιά αναπαύθηκε στις συνειδήσεις σχεδόν όλων των Ορθόδοξων λαών, σε Ρωμιούς, Ρουμάνους και Σλάβους. Ως εκ τούτου, αντιλαμβάνεται κανείς πως το Βυζάντιο έμεινε ζωντανό στον άξονα του χρόνου αλλά και σε κείνον του χώρου, όπως μαρτυρούν όλα εκείνα τα γνήσια βυζαντινά κατάλοιπα. Έμεινε, όμως, και ολόρθο μπροστά στις εξελίξεις και επιβίωσε και μετεξελήχθηκε κυρίως μέσα από τις εκκλησιαστικές Τέχνες, όπως η Βυζαντινή Μουσική και η Αγιογραφία.

Δίκαια, λοιπόν, τόλμησε ο Ρουμάνος φιλόσοφος του προηγούμενου αιώνα, N. Iorga, να γράψει πως η περίοδος μετά την πτώση του Βυζαντίου και έως το 1821, την χρονολογία σταθμό κατά την οποία επήλθαν αλλαγές σε ολόκληρη τη Βαλκανική, ήταν ένα πραγματικό «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο»[6].

- Εκπαίδευση και Μουσική Θεωρία

Δύο κύρια χαρακτηριστικά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπήρξαν πάντα ο ρωμαϊκός τρόπος διοίκησης και το ελληνικό πνεύμα που διακατείχε την παιδεία. Τέτοιο, ελληνίζοντα, χαρακτήρα είχε και σύστημα εκπαίδευσης, αγκαλιασμένο πάντοτε από τη χριστιανική θεολογία. Γενικά[7], η εκπαίδευση αποτελούσε προνόμιο των ευκατάστατων οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να πληρώνουν τα δίδακτρα, είτε με χρήματα, είτε σε είδος. Ως χώροι εκπαίδευσης λειτουργούσαν πολλά ιδιωτικά σπουδαστήρια, εκκλησιαστικά ιδρύματα, μοναστήρια, βιβλιοθήκες και μεγάλα κρατικά εκπαιδευτήρια - σχολές, όπως το Πανδιδακτήριο (5ος αι.) ή η Σχολή της Μαγναύρας (13ος αι.), υπό τύπον Πανεπιστημίου.

Οι γυναίκες δεν είχαν την ευκαιρία να μορφωθούν, αφού δε μαρτυρούνται σχολεία θηλέων, εκτός αν ήταν γόνοι εξαιρετικά πλούσιων οικογενειών που μπορούσαν να διδαχθούν κατ’ οίκον. Ένα τέτοιο παράδειγμα γυναίκας με σπάνια μόρφωση αποτελεί η Άννα η Κομνηνή.

Πιο αναλυτικά[8], η εκπαίδευση χωριζόταν σε δύο κύκλους σπουδών, αντίστοιχους τις πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, την Προπαιδεία και την Εγκύκλιο Παιδεία. Η Προπαιδεία βασιζόταν σε βασικές γνώσεις, όπως μαρτυρεί και το όνομα της, κυρίως ανάγνωση, γραφή, γραμματική και ομηρική γραμματεία. Σα έργα του Ομήρου ήταν ιδιαιτέρως αγαπητά στους Βυζαντινούς και φρόντιζαν να γνωρίζουν από στήθους πολλά χωρία. Από την άλλη, κατά την εφηβεία ο μαθητής μπορούσε να λαμβάνει γνώση της Εγκυκλίου Παιδείας[9], η οποία χωριζόταν στο Trivium (Τρίοδος) και το Quadrivium (Τετράοδος), μαθήματα θεωρητικού χαρακτήρα και θετικού χαρακτήρα αντίστοιχα.

Το μεν Trivium περιελάμβανε τα μαθήματα της Γραμματικής, της Ρητορικής και της Φιλοσοφίας, το δε Quadrivium τα μαθήματα της Αριθμητικής, της Γεωμετρίας, της Αστρονομίας και της Μουσικής. Σο σύνολο των παραπάνω μαθημάτων αποτελούσαν τις επτά ελευθέριες τέχνες (artes liberals). Βέβαια, όλα αυτά τα μαθήματα συνοδεύονταν και από τη μελέτη βιβλικών, πατερικών και εν γένει εκκλησιαστικών κειμένων. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, πως πολλά μοναστήρια έδινα την ευκαιρία σε πολλούς μοναχούς να παρακολουθήσουν την Εγκύκλιο Παιδεία με σκοπό την βαθύτερη εξέταση και μελέτη των ιερών κειμένων[10].

Όσον αφορά στο μάθημα της Μουσικής, αυτό είχε δύο κατευθύνσεις13 ανάλογα με τον χώρο διδασκαλίας, τον χώρο των ιδιωτικών ή κρατικών εκπαιδευτηρίων και εκείνο των εκκλησιών και των μοναστηριών. Η μεν πρώτη κατεύθυνση αφορά το θεωρητικό πλαίσιο της μουσικής, που έρχεται σε αντιστοιχία με εκείνο της Δύσης, το οποίο ονομαζόταν Ars Musica. Η δε άλλη αφορά το καθαρά
πρακτικό χαρακτήρα της μουσικής, αυτόν που ονομάζουμε ως Ψαλτική Τέχνη και αντίστοιχα στη Δύση ονομαζόταν Ars Cantus, όπως διασταυρώνει ο Κωνσταντίνος Φλώρος.

Ειδικότερα[11], σχετικά με τον θεωρητικό τομέα, τον οποίο αναλύει ενδελεχέστερα η συγκεκριμένη μελέτη, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ο χαρακτήρας των συγγραμμάτων, που λειτουργούσαν ως εγχειρίδια και κατεύθυναν τη διδασκαλία. Όλα κινούνταν γύρω από θεωρίες και θεωρητικούς της ελληνιστικής περιόδου και της ύστερης αρχαιότητας. Το γεγονός αυτό αποτυπώνει την αγάπη για μίμηση των μεγάλων ανδρών του παρελθόντος από τους Βυζαντινούς, αλλά και την ανάγκη να κληροδοτήσουν στις επόμενες γενιές το πνεύμα το αρχαιοελληνικού πολιτισμού, το οποίο αποτελούσε κομμάτι της ύπαρξής τους.


Συνέχεια τού Δεύτερου Μέρους ΕΔΩ

____________________________
[1] Μ. Αλεξάνδρου, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Μουσική, (Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2016), 11, 12.
[2] Σύμφωνα με την Καθηγήτρια Μουσικολογίας, Μ. Αλεξάνδρου, ως Εκκλησίες βυζαντινού τύπου ονομάζονται εκείνες των οποίων η μουσική είναι φωνητική, δηλαδή δεν χρησιμοποιείται μουσικό όργανο, είναι μονοφωνική, με εξαίρεση την ετεροφωνία ως αποτέλεσμα του ισοκρατήματος, βασίζεται στο σύστημα της οκταηχίας και είναι γραμμένη σε βυζαντινή παρασημαντική. (βλ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Εισαγωγή, CD, αρχείο με ενδεικτικές απαντήσεις, 23).
[3] Αλεξάνδρου, Εισαγωγή, 3.
[4] Βλ. Wikipedia, λήμμα «Ρωμαίοι» (ημερ. προσπέλασης: 14.02.2018)
[5] Αλεξάνδρου, Εισαγωγή, 4.
[6] N. Iorga, Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, μτφρ. Γιάννης Καράς, (Αθήνα: Gutenberg, 1989).
[7] Στ. Γλέντης, Ελ. Μαραγκουδάκης, Ν. Νικολόπουλος, Μ. Νικολοπούλου, Ιστορία της Ε’ Δημοτικού, (Αθήνα: ΟΕΔΒ, 2012), 125, 126.
[8] Βλ. http://www.historical-quest.com/tropoi-pliromis/109-archive/mesaioniki-istoria/136-hpaideia-sto-vyzantio.html (ημερ. προσπέλασης: 14.02.2018)
[9] Αλεξάνδρου, Εισαγωγή, 65.
[10] Ι. Κογκούλης, Εισαγωγή στην Παιδαγωγική, (Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη 2008), 68, 69.
[11] Αλεξάνδρου, Εισαγωγή, 66.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιο Ιστολογίου

Οι απόψεις που εκφράζονται, απηχούν την προσωπική γνώμη του εκάστοτε γράφοντος.

Γράψτε το σχόλιό σας και απλά περιμένετε λίγες ώρες μέχρι να το δείτε δημοσιευμένο.

Σχόλια που τηρούν στοιχειώδη κανόνες ευπρέπειας είναι αυτονόητο ότι αποτελούν αφορμή διαλόγου και ουδέποτε θα λογοκριθούν.

Δεν επιτρέπονται σχόλια που συκοφαντούν κάποιο πρόσωπο, που περιέχουν υβριστικούς χαρακτηρισμούς κλπ. Για τον λόγο αυτό ενεργοποιήθηκε η προ-έγκριση για να αποφευχθούν κρούσματα προσβλητικής συμπεριφοράς διότι οφείλουμε να διαφυλάξουμε την αξιοπρέπεια του ιστολογίου μας.

Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια με ψευδώνυμο ενδέχεται να διαγραφούν για την διαφύλαξη της ποιότητας. Τα σχόλια δεν είναι πεδίο στείρας αντιπαράθεσης αλλά προβληματισμού και γόνιμου διαλόγου.