Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

Ἡ περὶ Μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου ὀρθόδοξος δογματικὴ διδασκαλία μέσα ἀπὸ προεόρτια καὶ ἑόρτια ὑμνογραφικὰ κείμενα. Του Επίκουρου Καθηγητή Α.Ε.Α.Α. Κωνσταντίνου Καραγκούνη

"Ἀνάστηθι Κύριε εἰς τὴν Ἀνάπαυσίν σου,Σὺ καὶ ἡ Κιβωτὸς τοῦ Ἁγιάσματός Σου"

Ἡ περὶ Μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου ὀρθόδοξος δογματικὴ διδασκαλία
μέσα ἀπὸ προεόρτια καὶ ἑόρτια ὑμνογραφικὰ κείμενα.

Κωνσταντῖνος Χαριλ. Καραγκούνης
Ἐπίκουρος Καθηγητὴς Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς
 τῆς Ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν
Διευθυντὴς τοῦ Τομέα Ψαλτικῆς Τέχνης καὶ Μουσικολογίας 
τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν Βόλου.


Τείχισόν μου τὰς φρένας Σωτήρ μου·
τὸ γὰρ τεῖχος τοῦ κόσμου ἀνυμνῆσαι τολμῶ, τὴν ἄχραντον Μητέρα σου, 
ἐν πύργῳ ῥημάτων ἐνίσχυσόν με, καὶ ἐν βάρεσιν ἐννοιῶν ὀχύρωσόν με…
Σὺ οὖν μοι δώρησαι γλῶτταν, προφοράν, καὶ λογισμὸν ἀκαταίσχυντον·
πᾶσα γὰρ δόσις ἐλλάμψεως παρὰ σοῦ καταπέμπεται, φωταγωγέ,
ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον.
(Ὁ α΄ Οἶκος τοῦ Κοντακίου τοῦ Ὄρθρου τῆς ἑορτῆς)

Στὴ λαϊκὴ συνείδηση ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἡ κορύφωσις τοῦ Δεκαπενταυγούστου, χαρακτηρίζεται ὡς «Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ» καὶ πολλοὶ θεωροῦν, ὅτι ἡ παρομοίωσις αὐτὴ ὀφείλεται στὸν λαμπρὸ πανηγυρισμὸ τῆς ἑορτῆς, στὸν ὁποῖο ξεσπᾶ ὁ λαὸς ἔπειτα ἀπὸ μία περίοδο αὐστηρᾶς νηστείας˙ ὅπως καὶ πρὸ τοῦ Πάσχα.

Στοὺς ἐκκλησιαστικούς κύκλους, πάλι, ἡ ἑορτὴ προσδιορίζεται ὡς «Κοίμησις» ἢ καὶ «Μετάστασις» τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ σπανίως γίνεται λόγος περὶ Ἀναστάσεως ἢ Ἀναλήψεως τῆς Θεοτόκου. Γιατί, τί ἄλλο παρὰ Ἀνάστασις καὶ Ἀνάληψις εἶναι ἡ μετὰ τὴν τρίτη ἡμέρα ἐξαφάνισις τοῦ τιμίου Αὐτῆς σώματος ἀπὸ τὸν τάφο τῆς Γεθσημανῆ καὶ ἡ εὕρεσις κενοῦ τοῦ μνημείου ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς λοιποὺς μαθητάς;

Βεβαίως, στὸ Συναξάριον τῆς ἑορτῆς διαβάζουμε: «Τῇ ΙΕ' τοῦ αὐτοῦ μηνός (Αὐγούστου), μνήμη τῆς πανσέπτου Μεταστάσεως τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀει-παρθένου Μαρίας» καὶ ὁλόκληρη ἡ θεολογία τῶν προεορτίων καὶ ἑορτίων ὕμνων περὶ Μεταστάσεως ὁμιλεῖ. Αὐτό, ὅμως, γίνεται πρὸς χάριν τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ, προκειμένου νὰ μὴ συχυστεῖ καὶ θεωρήσει ὅτι ἡ Θεοτόκος, ἐφόσον ἀνέστη καὶ ἀνελήφθη, εἶναι καὶ αὐτὴ Θεός, ὅπως ὁ Ἀναστὰς καὶ Ἀναληφθεὶς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.

Ἂς δοῦμε, ὅμως, μερικὲς ὑμνογραφικῆς προελεύσεως μαρτυρίες ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἔχοντας κατὰ βάσιν τὸ περίφημο -θεολογικῶς, ποιητικῶς καὶ μουσικῶς- Δοξαστικὸν Ἰδιόμελον τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς, τὸ γνωστὸν «Θεαρχείῳ νεύματι», τὸ ὁποῖο εἶναι τὸ μόνο ἐξ ἀρχῆς γραμμένο νὰ ψάλλεται ὡς Ὀκτώηχον Ἰδιόμελον τροπάριον. (Ἡ μελοποίησίς του, δηλαδή, περνᾶ καὶ ἀπὸ τοὺς ὀκτὼ ἤχους τῆς βυζαντινῆς μελοποιίας μὲ τρόπο «πλεκτό»˙ οἱ ἦχοι μὲ τὴν ἑξῆς σειρά: α΄, πλάγιος τοῦ α΄, β΄, πλάγιος τοῦ β΄, γ΄, βαρύς, δ΄, πλάγιος τοῦ δ΄ καὶ πάλι α΄, ἐν κατακλεῖδι.)

«Θεαρχίῳ νεύματι, πάντοθεν οἱ θεοφόροι Ἀπόστολοι, ὑπὸ νεφῶν μεταρσίως αἰρόμενοι (α'), καταλαβόντες τὸ πανάχραντον, καὶ ζωαρχικόν σου σκῆνος, ἐξόχως ἠσπάζοντο (πλ.α').» 
Ἂν καὶ στὸ Συναξάριον τῆς ἡμέρας περιγράφονται μὲ κάθε λεπτομέρεια οἱ ἑτοιμασίες τῆς Θεοτόκου για τὴν Κοίμησή της, ὁ παρὼν ὕμνος ξεκινᾶ εὐθὺς μὲ τὴν παράδοξο συνάθροιση τῶν Ἀποστόλων «ἐκ περάτων» τῆς γῆς, «πανταχόθεν», ὅπου εὑρίσκοντο κηρύττοντες. Αὐτή, φυσικά, δὲν εἶναι ἡ μόνη σχετικὴ ὑμνογραφικὴ μαρτυρία. Οἱ Ἀκολουθίες τῶν Ἑσπερινῶν καὶ τῶν Ὄρθρων τῶν ἡμερῶν βρίθουν ἀναλόγων ποιητικῶν ἐκφράσεων. «Ἤθροισται ὁ χορός, Μαθητῶν παραδόξως, ἐκ τῶν περάτων κόσμου, κηδεῦσαί σου τὸ σῶμα, τὸ θεῖον καὶ ἀκήρατον», βεβαιώνει τὸ Προσόμοιον τῶν Ἀποστίχων τοῦ προεορτίου Ἑσπερινοῦ, ὁ δὲ ποιητὴς Κοσμᾶς ὁ Μελωδός, στὸ α΄ τροπάριον τῆς α΄ Ὠδῆς τοῦ Κανόνος τῆς ἡμέρας, μαρτυρεῖ: «Ἄφνω δὲ συρρεύσασα, τῶν Ἀποστόλων ἡ πληθύς, ἐκ περάτων Θεοτόκε, σοὶ παρέστησαν ἄρδην.»

Πῶς ἔγινε ἡ συνάθροισις τῶν Ἀποστόλων, περιγράφει σαφῶς ὁ α΄ Οἶκος τοῦ προεορτίου Κοντακίου (Αὐγούστου ιδ΄): «Ἀποστόλων ἐπέδραμε πᾶσα ἡ χορεία, ἐκ περάτων ἀθροισθεῖσα· νεφέλαι γὰρ ἐφάνησαν ἄφνω ἁρπάσασαι αὐτούς, ἐπέστησαν ἅμα τῇ Μητρὶ καὶ τῷ Υἱῷ...», στὸ δὲ Δοξαστικὸν τῶν Ἀποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς κυριωνύμου ἡμέρας δίδονται περισσότερες πληροφορίες: «Παρῆν Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος καὶ πρῶτος Ἱεράρχης, Πέτρος τε ἡ τιμιωτάτη κορυφαία τῶν θεολόγων ἀκρότης, καὶ σύμπας ὁ θεῖος τῶν Ἀποστόλων χορός, ἐκφαντορικαῖς θεολογίαις ὑμνολογοῦντες, τὸ θεῖον καὶ ἐξαίσιον, τῆς Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ οἰκονομίας μυστήριον, καὶ τὸ ζωαρχικόν, καὶ θεοδόχον σου σῶμα κηδεύσαντες, ἔχαιρον πανύμνητε.» Στοιχεῖα χαρᾶς, μεμιγμένα μέ θάμβος, πένθος καὶ τρόμο, ὅπως ἀπεικονίζονται στὸ Πεντηκοστάριον Ἰδιόμελον τοῦ Ὄρθρου τῆς ἡμέρας. Ἐκφραστὴς αὐτῶν, ποιός ἄλλος, ὁ πρωτοκορυφαῖος τῶν μαθητῶν, ὁ Πέτρος: «Τότε οἱ Ἀπόστολοι, περικυκλοῦντες τὴν κλίνην τρόμῳ ἑώρων σε, καὶ οἱ μὲν ἀτενίζοντες τῷ σκήνει, θάμβει συνείχοντο, ὁ δὲ Πέτρος σὺν δάκρυσιν ἐβόα σοι· Ὦ Παρθένε, ὁρῶ σε τρανῶς ἡπλωμένην ὑπτίαν, τὴν ζωὴν τῶν ἁπάντων, καὶ καταπλήττομαι…».

Τί ἐξυπηρετεῖ, ὅμως, αὐτὴ ἡ συνάθροισις; Ἦταν κρυφὴ ἐπιθυμία τῆς Θεοτόκου, νὰ δεῖ τελευταία φορὰ τὰ «παιδιά» της; Ἴσως. Ἦταν ἀνάγκη νὰ τιμηθεῖ ἐξαιρέτως μὲ τὴν παρουσία καὶ τὰ ἄσματα τῶν Ἀποστόλων ἡ κοίμησις τῆς Ἀειπαρθένου; Σίγουρα. Ἦταν, ὅμως, καὶ κάτι ἀκόμη: «Ἔπρεπε τοῖς αὐτόπταις τοῦ Λόγου καὶ ὑπηρέταις, καὶ τῆς κατὰ σάρκα Μητρὸς αὐτοῦ, τὴν Κοίμησιν ἐποπτεῦσαι, τελευταῖον οὖσαν ἐπ’ αὐτῇ μυστήριον, ἵνα μὴ μόνον τὴν ἀπὸ γῆς τοῦ Σωτῆρος ἀνάβασιν θεάσωνται, ἀλλὰ καὶ τῆς Τεκούσης αὐτὸν τῇ μεταθέσει μαρτυρήσωσι…» Ἔπρεπε, λέγει τὸ α΄ Ἰδιόμελον τῆς Λιτῆς, οἱ Ἀπόστολοι, ὄχι μόνο νὰ τιμήσουν, ἀλλὰ καὶ νὰ κηρύξουν τὰ περὶ τῆς Ἀναστάσεως καὶ Ἀναλήψεως τῆς Θεοτόκου˙ καὶ γιὰ νὰ κηρύξουν ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἰδεῖ «ἰδίοις ὄμμασι» τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ βεβαιώνουν καὶ γιὰ τὴν Θεοτόκον: «Ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν... ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ’ ἡμῶν.» (Α΄ Ἰωάν. α΄ 1, 3) Ἀλλά, γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο ἡρπάγησαν οἱ Ἀπόστολοι ἐπὶ νεφελῶν. Γιὰ νὰ ἔχουν ἰδίαν πεῖραν καὶ νὰ πιστεύσουν ἀμέσως αὐτό, τὸ ὁποῖο σύντομα θὰ δοῦν μὲ τὰ μάτια τους: τὸ κενὸν μνημεῖον τῆς Θεοτόκου, καὶ ἀκόμη, γιὰ νὰ μποροῦν ἔπειτα νὰ βεβαιώνουν, ὅτι κατὰ τὴν ἔνδοξον Δευτέραν Παρουσίαν τοῦ Κυρίου, ὅσοι ζοῦν θὰ ἁρπαχθοῦν στὰ σύννεφα (ὅπως τώρα οἱ Ἀπόστολοι), γιὰ νὰ ἀπαντήσουν τὸν Κύριο στὸν ἀέρα -γιατὶ ἀπὸ ψηλά, ἀπὸ τὸν οὐρανό, θὰ ἔρθει ὁ Κύριος- καὶ ἐκεῖ νὰ παραμείνουν πάντοτε ἑνωμένοι μαζί του (Α΄ Θεσσαλ. δ΄ 17).

Ὅταν ὅλα εἶναι ἕτοιμα, ἡ Θεοτόκος «ὑπτία», οἱ Ἀπόστολοι καί, κατὰ τὴν παράδοσιν, ὁ Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, ὁ Ἱερόθεος καὶ ὁ Τιμόθεος παρόντες, τότε «αἱ ὑπέρτατοι τῶν οὐρανῶν Δυνάμεις, σὺν τῷ οἰκείῳ Δεσπότῃ παραγενόμεναι (β΄), τὸ θεοδόχον καὶ ἀκραιφνέστατον σῶμα προπέμπουσι, τῷ δέει κρατούμεναι (πλ. β΄).»

Πουθενὰ ὁ Κύριος δὲν «πηγαίνει» μόνος. Πάντοτε «δορυφορεῖται» ἀπὸ τὶς ὑπέρτατες Δυνάμεις τῶν οὐρανῶν. Οὔτε τὴν Παναγία Μητέρα Του θὰ μποροῦσε νὰ ἀφήσει ἄμοιρη μιᾶς παρομοίας «δορυφορίας». Ἡ κηδεία (= φροντίδα) γίνεται τώρα ἀκόμη πιὸ ἐπιμελῶς. Καταφθάνουν οἱ πρῶτοι καὶ ἀνώτεροι τῶν ἀγγελικῶν ταγμάτων, οἱ ὁποῖοι «τὴν Κοίμησιν τῆς Παρθένου, ὁρῶντες ἐξεπλήττοντο, πῶς ἡ Παρθένος ἀπαίρει, ἀπὸ τῆς γῆς εἰς τὰ ἄνω», κατὰ τὸ Μεγαλυνάριον τῆς θ΄ Ὠδῆς. Πῶς νὰ μήν ἐκπλαγοῦν; Γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ἡ Μαριὰμ εὑρίσκεται «νόμους τῆς φύσεως λαθοῦσα», σύμφωνα μὲ τὸν ὑμνογράφο Ἰωσήφ, ποιητὴ τοῦ προεορτίου Κανόνος (α΄ τροπάριον ζ΄ Ὠδῆς), ἐφόσον «ὁ πάντων Ἄναξ νέμει αὐτῇ τὰ ὑπὲρ φύσιν», κατὰ τὸν προαναφερθέντα Κοσμᾶ Μελωδό. Τὸ δὲ θάμβος ὅλων γιγαντώνεται, ὅταν πίσω ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς Δυνάμεις ἀντικρύζουν τὸν ἴδιο τὸν Κύριον (καὶ εἶναι αὐτή ἡ τελευταία φορά, ποὺ ὁ Χριστὸς ἐμφανίζεται στὸ σύνολο τῶν μαθητῶν Του, μάλιστα, μετὰ καὶ ἀπὸ τὴν Ἀνάληψή Του), ἐρχόμενο νὰ παραλάβει τὴν Θεοτόκον.

Τί παραλαμβάνει ὁ Κύριος˙ τὸ σῶμα ἢ τὴν ψυχὴν τῆς Θεοτόκου; Ἑρμηνεύοντας τὴν θεολογία τῆς ὑμνογραφίας σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἱερὰ παράδοση, ἡ ὁποία ἀποτυπώνεται καὶ στὴν ὀρθόδοξη εἰκονογραφία, ὁ Χριστὸς ἔρχεται νὰ παραλάβει τὴν ψυχὴν τῆς Ἁγίας Μητρός Του. Στὸ προεόρτιο Δοξαστικὸν τῶν Ἀποστίχων βεβαιώνεται σαφῶς, «ἐν ταῖς τοῦ Υἱοῦ χερσί, σήμερον τὴν παναγίαν παρατίθεται ψυχήν» καὶ στὸ α΄ Ἀπόστιχον τῆς ἑορτῆς, ὁμοίως: «Αὐτοῦ ταῖς ἁγίαις χερσί, τὴν ψυχὴν παραθεμένη». Μάλιστα, αὐτὸ ἔκανε τὶς ἀγγελικὲς Δυνάμεις νὰ ἐξίστανται «σκοπούμεναι, τὸν οἰκεῖον Δεσπότην, γυναικείαν ψυχὴν χειριζόμενον», θεολογεῖ ὁ Κοσμᾶς (α΄ τροπάριον θ΄ Ὠδῆς α΄ Κανόνος τῆς ἡμέρας), ἐνῶ ὁ πολὺς Ἰωάννης Δαμασκηνὸς στὸν β΄ Κανόνα (β΄ τροπάριον η΄ Ὠδῆς) σημειώνει τὸ ἑξῆς ἐκπληκτικό: «Οὗτος τὸ πανίερον, πνεῦμά σου δεξάμενος, ἐν ἑαυτῷ κατέπαυσεν, ὡς ὀφειλέτης Υἱός.»

Ἐάν, ὅμως, ὁ Δεσπότης Κύριος παραλαμβάνει τὴν ψυχὴν καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Παναγίας, πῶς «αἱ ὑπέρτατοι Δυνάμεις… τὸ θεοδόχον καὶ ἀκραιφνέστατον σῶμα προπέμπουσι, τῷ δέει κρατούμεναι»; Ἐδῶ ἐννοεῖται ἡ προπομπὴ τοῦ σεπτοῦ σκηνώματος ἕως τὸν ἐπίγειον τάφον, ὡς καὶ ὁ Δαμασκηνὸς δέχεται, ψάλλοντας: «ἐξ ὕψους Ἀγγέλων πληθύς, πρὸς τὴν Σιὼν ἠπείγοντο, παντοδυνάμῳ νεύματι, ἀξιοχρέως Δέσποινα, τῇ σῇ ταφῇ λειτουργήσοντες» (β΄ τροπάριον δ΄ Ὠδῆς τοῦ β΄ Κανόνος).

Θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀποφύγει τὴν ταφὴν ἡ Θεοτόκος; Ὄχι. Κατηγορηματικῶς πάλι ὁ Δαμασκηνὸς ἀποφαίνεται: «Εἰ ὁ ἀκατάληπτος ταύτης καρπός… ταφὴν ὑπέστη, ἑκουσίως ὡς θνητός, πῶς τὴν ταφὴν ἀρνήσεται, ἡ ἀπειρογάμως κυήσασα;» Οὔτε ὁ Κύριος δὲν ἀπέφυγε τὴν ταφήν, πῶς θὰ μποροῦσε ἡ θνητὴ Θεοτόκος; Ἀδύνατον. «Μιμουμένη τὸν ποιητήν της καὶ Υἱόν, ὑπὲρ φύσιν ὑποκύπτει, τοῖς τῆς φύσεως νόμοις», γράφει ὁ Κοσμᾶς (α΄ τροπάριον α΄ Ὠδῆς), καὶ ἰδοὺ διατί: Ἔπρεπε ἀπὸ τοῦ τάφου νὰ ἀναστηθεῖ τὸ σῶμα γιὰ νὰ παραλάβει τὴν ψυχὴ αὐτοῦ καὶ νὰ ὑποστεῖ τὴν ἀκαριαία μεταβολή του σὲ ἐκείνη τὴν καινή - ἀνακαινισμένη, ἄφθαρτη καὶ αἰώνια ψυχοσωματικὴ ὑπόσταση, μὲ τὴν ὁποία θὰ εἰσήρχετο στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἡ ὁποία διατυπώνεται στὸ Συναξάριον τῆς ἑορτῆς, ἡ Θεοτόκος παρέμεινε στὸν τάφον ἐπὶ τριήμερον. Ὅμως, τὸ πανίερον καὶ πάναγνον σῶμα Της δὲν ὑπέστη τὴν παραμικρὴ ἀλλοίωση, ὅπως, παλαιότερα, ὁ τεταρταῖος Λάζαρος. Τὸ μαρτυρεῖ τὸ μετὰ τὸν Πολυέλεον Κάθισμα˙ «Ἐν τῇ Γεννήσει σου, σύλληψις ἄσπορος, ἐν τῇ Κοιμήσει σου, νέκρωσις ἄφθορος, θαῦμα ἐν θαύματι διπλοῦν, συνέδραμε Θεοτόκε», ὁ δὲ ποιητὴς Κοσμᾶς ἀναλύει: «Νέμει σοι τὰ ὑπὲρ φύσιν, Ἄναξ ὁ πάντων Θεός· ἐν γὰρ τῷ τίκτειν, Παρθένον ὥσπερ ἐφύλαξεν, οὕτως ἐν τάφῳ τὸ σῶμα διετήρησεν, ἀδιάφθορον» (α΄ τροπάριον ς΄ Ὠδῆς). Δὲν θὰ μποροῦσε τὸ σῶμα, ποὺ ἐδέχθη τὸν ἀΐδιον Θεὸν καὶ τοῦ ἐδάνεισε τὴν σάρκα καὶ τὸ αἷμα του, νὰ ὑποστεῖ φθοράν. Ἔτσι, σύμφωνα μὲ τὸ Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς «Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον… τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν.»

Κάποια στιγμὴ ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ ὁρίου τῶν τριῶν ἡμερῶν, κατὰ τὶς ὁποῖες ἄφθαρτος ἡ Θεοτόκος φιλοξενεῖται στὸν τάφον, πραγματοποιεῖται ἡ Ἀνάστασίς της καί, ταυτοχρόνως, ἡ Ἀνάληψίς της, αὐτό, δηλαδή, ποὺ ἡ Ἐκκλησία χαρακτηρίζει «Μετάστασιν». Ὅμως, ὁ θεοφόρος Κοσμᾶς δὲ διστάζει νὰ ὁμιλήσει περὶ Ἐγέρσεως. Γράφει: «Διὸ θνῄσκουσα, σὺν τῷ Υἱῷ ἐγείρῃ διαιωνίζουσα» (α΄ τροπάριον α΄ Ὠδῆς).

Ἐφόσον, κανεὶς ἀνθρώπινος ὀφθαλμὸς δὲν εἶδε τὴν Μετάστασιν, τί πληροφορίες ἔχουμε γιὰ τὴν Ἀνάστασιν καὶ Ἀνάληψιν τῆς Θεοτόκου; Ἡ συγκλονιστικότερη ἀπόδειξη ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι ὁ κενὸς τάφος, ὁ μέχρι σήμερον σωζόμενος στὴ Γεθσημανῆ. Στὸ α΄ τροπάριον τῆς ε΄ Ὠδῆς τοῦ προεορτίου Κανόνος ψάλλουμε: «Ὁ τάφος σου κηρύττει, Πανάμωμε, τὴν ταφήν σου.» Τὰ περαιτέρω μᾶς πληροφορεῖ ὁ θεόπνευστος λόγος τῶν ὑμνογράφων Πατέρων: «Ὑπερκοσμίως δὲ προῴχοντο («αἱ ὑπέρτατοι τῶν οὐρανῶν Δυνάμεις), καὶ ἀοράτως ἐβόων, ταῖς ἀνωτέραις ταξιαρχίαις· ἰδοὺ ἡ παντάνασσα θεόπαις παραγέγονεν (πλ. β΄). Ἄρατε πύλας, καὶ ταύτην ὑπερκοσμίως ὑποδέξασθε, τὴν τοῦ ἀενάου φωτὸς Μητέρα (γ΄). Διὰ ταύτης γὰρ ἡ παγγενὴς τῶν βροτῶν σωτηρία γέγονεν, ᾗ ἀτενίζειν οὐκ ἰσχύομεν, καὶ ταύτῃ ἄξιον γέρας ἀπονέμειν ἀδύνατον (βαρύς). Ταύτης γὰρ τὸ ὑπερβάλλον, ὑπερέχει πᾶσαν ἔννοιαν (δ΄).»

Οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι, οἱ ὁποῖοι συνόδευσαν τὸν Δεσπότην Χριστὸν κατὰ τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, «αἱ ὑπέρτατοι τῶν οὐρανῶν Δυνάμεις», παραλαμβάνουν τώρα ἀπὸ τὸν τάφον τὸ ἄφθαρτον σῶμα τῆς Παναγίας. Συνεχίζει τὸ προαναφερθὲν τροπάριον τοῦ προεορτίου Κανόνος: «Ὁ τάφος σου κηρύττει, Πανάμωμε, τὴν ταφήν σου καὶ τὴν μετὰ σώματος, πρὸς οὐρανοὺς νῦν Μετάστασιν.» Ἡ μεταφορὰ τοῦ σώματος στοὺς οὐρανοὺς πραγματοποιεῖται μυστικῶς: Ὁ μύστης θείων θεωριῶν Ἰωάννης Δαμασκηνὸς περιγράφει: «Ἐν τῇ Μεταστάσει σου, Μῆτερ Θεοῦ, τὸ εὐρυχωρότατον σῶμά σου καὶ θεοδόχον, τῶν Ἀγγέλων στρατιαί, ἱερωτάταις πτέρυξι, φόβῳ καὶ χαρᾷ συνεκάλυπτον» (β΄ τροπάριον δ΄ Ὠδῆς). Καθὼς δὲ κατασυγκαλύπτουν τὸ μυστήριον μὲ τὶς νοητὲς πτέρυγές τους, φωνάζουν και εἰδοποιοῦν «ταῖς ἀνωτέραις ταξιαρχίαις», τοὺς Ἀγγέλους ποὺ εὑρίσκονται ὑψηλὰ στὴν Βασιλεία τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὅτι «ἡ παν-τάνασσα θεόπαις παραγέγονεν», καὶ παραγγέλλουν νὰ ἀνοίξουν διάπλατα οἱ πύλες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, προκειμένου νὰ εἰσέλθει ὁ πρῶτος ἄνθρωπος-πολίτης αὐτῆς τῆς Βασιλείας. «Ὕπερθεν αἱ πανάγιαι καὶ πρεσβύταται τῶν Ἀγγέλων Δυνάμεις, τὸ θαῦμα ἐκπληττόμεναι, κεκυφυῖαι ἀλλήλαις ἔλεγον· Ἄρατε ὑμῶν τὰς πύλας, καὶ ὑποδέξασθε τὴν τεκοῦσαν, τὸν οὐρανοῦ καὶ γῆς Ποιητήν, δοξολογίαις τε ἀνυμνήσωμεν, τὸ σεπτὸν καὶ ἅγιον σῶμα, τὸ χωρῆσαν τὸν ἡμῖν ἀθεώρητον καὶ Κύριον.» (Δοξαστικὸν Ἀποστίχων κυριωνύμου ἡμέρας.)

Τὸ γεγονὸς εἶναι πρωτόγνωρον. Οἱ ἀσώματες ταξιαρχίες εὑρίσκονται γιὰ δεύτερη φορὰ πρὸ ἑνὸς ξένου καὶ παραδόξου γιὰ τὰ δεδομένα τῆς Βασιλείας γεγονότος. Τὸ πρῶτο θάμβος ἦταν ὅταν, πρὸ μικροῦ, ἀντίκρισαν τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ, σεσαρκωμένον καὶ φέροντα ἀνθρωπίνη οὐσία καὶ μορφή, νὰ ἐπιστρέφει στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός, στολισμένος μὲ τὰ «διάσημα» τῆς νίκης Του, τὶς πληγὲς τῆς Σταυρώσεώς Του. Ἀλλὰ Ἐκεῖνος δὲν ἦταν ἕνας ἁπλὸς θνητός. Τώρα, τὸ δεύτερο θάμβος τῶν «ἄνω ταξιαρχιῶν» εἶναι ἀκόμη παραδοξότερον. Μία ἁπλὴ θνητή, πολιτογραφεῖται πρώτη κάτοικος τῆς Οὐρανίου Βασιλείας. Ὁ ὑμνογράφος θέτει ἐρωτήματα στὰ νοητὰ στόματα αὐτῶν: «Τίς αὕτη ἡ ἀναβαίνουσα πέλει, κοσμικῶν ἀπὸ κοιλάδων, τίς αὕτη ἡ προπομπή, καὶ προπόρευσις ξένη; Τί τὸ ὁρώμενον μέγα μυστήριον;» Ὁ ἴδιος δίδει καὶ τὴν ἀπάντηση τῶν ἐρωτημάτων: «Ἡ πάντων ἐστὶ Βασιλίς, καὶ Κυρία καὶ δόξα καὶ καύχημα.» (Προεόρτιος Κανών, Ὠδὴ γ΄, τροπάριον γ΄.) Σύμπασα ἡ ὁρατὴ καὶ ἀόρατος δημιουργία χαίρει, σύμφωνα μὲ τὸ Ἑσπέριον Προσόμοιον τῆς ἡμέρας: «Τὴν σὴν δοξάζουσι Κοίμησιν, Ἐξουσίαι, Θρόνοι, Ἀρχαί, Κυριότητες, Δυνάμεις καὶ Χερουβὶμ καὶ τὰ φρικτὰ Σεραφίμ. Ἀγάλλονται γηγενεῖς ἐπὶ τῇ θείᾳ σου δόξῃ κοσμούμενοι. Προσπίπτουσι βασιλεῖς, σὺν Ἀρχαγγέλοις…».

«Διὸ ἄχραντε Θεοτόκε, ἀεὶ σὺν ζωηφόρῳ Βασιλεῖ, καὶ τόκῳ ζῶσα, πρέσβευε διηνεκῶς, περιφρουρῆσαι καὶ σῶσαι, ἀπὸ πάσης προσβολῆς ἐναντίας τὴν νεολαίαν σου· τὴν γὰρ σὴν προστασίαν κεκτήμεθα (πλ.δ΄) εἰς τοὺς αἰῶνας, ἀγλαοφανῶς μακαρίζοντες (α΄).» Ὁδεύοντας πρὸς τὸ τέλος αὐτῆς τῆς ἁλιεύσεως θεολογίας στὴν ὑμνογραφία τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἕνα ἀκόμη μένει νὰ ὑπογραμμισθεῖ σαφῶς. Εἰπώθηκε ἤδη, ἀλλὰ πρέπει πάλι νὰ τονισθεῖ, προκειμένου νὰ γίνει ἀπολύτως κατανοητόν:

Ποῦ μετέστη ἡ Θεοτόκος; Ποῦ εὑρέθη μὲ τὴν Ἀνάληψίν της; Ποῦ εἶναι σήμερα; Ἡ Παναγία δὲν πῆγε στὸν Παράδεισο, ἐκεῖ ὅπου σήμερα εὑρίσκονται οἱ ψυχὲς ὅλων τῶν ἀπὸ αἰῶνος δικαίων καὶ Ἁγίων, ἀναμένουσαι τὴν Δευτέρα Ἕλευση τοῦ Κυρίου καὶ τὴν κυριαρχία τῆς Βασιλείας Του. Οἱ Ἅγιοι πάντες, Προφῆτες καὶ Δίκαιοι τῆς Π.Δ., Μάρτυρες, Ὅσιοι, Ἱεράρχες καὶ Ὁμολογητές, οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πρωτοκορυφαῖοι Πέτρος καὶ Παύλος, ἀκόμη καὶ ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ὅλοι, εὑρίσκονται στὸν Παράδεισον -φυσικὰ καὶ ὁ δίκαιος Ληστής, ὁ πρῶτος ἄποικος τοῦ Παραδείσου- ὅλοι, ἀναμένουν τὴν Ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν, προκειμένου νὰ παραλάβουν τὰ ἀναστημένα σώματά τους καὶ μετὰ τὴν Κρίσιν, νὰ πολιτογραφηθοῦν πολίτες τῆς Βασιλείας τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ. Μόνη ἡ Θεοτόκος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους εὑρίσκεται ἤδη στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐν σώματι, ἐφόσον ἀνέστη καὶ ἀνελήφθη, καὶ θὰ εὑρίσκεται ἐκεῖ εἰς τὸ διηνεκές, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Θέλουμε ἀποδείξεις ἐπ’ αὐτοῦ; Τὸ ψάλλουμε στὸ Ἀπολυτίκιόν της: «Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε. Μετέστης πρὸς τὴν Ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς Ζωῆς…» Ἡ Θεοτόκος ἀνελήφθη πρὸς τὴν Ζωήν, τὸν Υἱὸν της, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ δὲ Κύριος δὲν εἶναι στὸν Παράδεισον, ἀλλὰ στὴν Βασιλεία Του, εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός. Ἔλαβε δὲ ἡ Παναγία αὐτὴν τὴν χάρη, διότι, κατὰ τὸν Κοσμᾶ, ὑπῆρξε τὸ «μητρῶον κειμήλιον τῆς Παρθενίας τοῦ Χριστοῦ»: «Ἐπήρθησαν πύλαι οὐράνιαι, καὶ Ἄγγελοι ἀνύμνησαν, καὶ ὑπεδέξατο Χριστός, τὸ τῆς παρθενίας αὐτοῦ, μητρῷον κειμήλιον.» (Ὠδὴ δ΄, τροπάριον γ΄.) «Ἵνα τὸ κάλλος βλέπῃς, καὶ καταπολαύῃς ὡραιότητος, τοῦ Υἱοῦ σου Παρθένε, πρὸς αὐτὸν μεταστᾶσα ἀνέδραμες», ψάλλει καὶ ὁ ποιητὴς τοῦ προεορτίου Κανόνος (Ὠδὴ α΄, τροπάριον β΄.)

Στὴν γλῶσσα τῆς ὑμνογραφίας ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπου «εἰσῳκίσατο» ἡ Θεοτόκος, χαρακτηρίζεται ὡς «οὐράνιοι δόμοι» (Κοσμᾶς Μελωδός, «…ὁ Δεσπότης, τὴν τεκοῦσαν ἀσινῆ, τοῖς οὐρανίοις φυλάξας δόμοις, νῦν εἰσῳκίσατο…», α΄ τροπάριον ζ΄ Ὠδῆς), ὡς «Ἅγια Ἁγίων» (Κοσμᾶς, «Ὄντως σε ὡς φαεινὴν λυχνίαν, ἀΰλου πυρός, θυμιατήριον θείου χρύσεον ἄνθρακος, ἐν τοῖς Ἁγίων Ἁγίοις κατεσκήνωσε…», β΄ τροπάριον ς΄ Ὠδῆς) καί, ἀκόμη, ὡς «λίαν κρείτονα καὶ θειοτέρα σκηνή» (Ἰωάννης Δαμασκηνός, «…τὴν Θεοτόκον ἐνοπτριζόμενοι· πρὸς γὰρ τὴν λίαν κρείττονα καὶ θειοτέραν σκηνήν, ὡς Μητέρα, ταύτην εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων Χριστὸς μετατίθησι.» Ὠδὴ θ΄, τροπάριον α΄.) Αὐτὴ ἡ ἀμετάκλητος καὶ ἄτρεπτος ἐγκατάστασις τῆς Θεοτόκου στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ποὺ Τὴν καθιστᾶ ὡς τὴν κυρίως καὶ ἀμέσως Μεσίτριαν πρὸς τὸν Υἱὸν Της ὑπὲρ τῆς τοῦ σύμπαντος κόσμου σωτηρίας.

Ἐν κατακλεῖδι˙μιλῶντας ἡ Ἐκκλησία περὶ Μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου, ἐννοεῖ ἀκριβῶς τὴν Ἀνάστασιν καὶ Ἀνάληψίν της στὴ Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἡ δὲ πίστις αὐτὴ ἐδραιώνεται πολὺ γερὰ στὴν Π.Δ., καθὼς ὁ Δαβὶδ προφητεύει δύο Ἀναστάσεις, ὅταν προτρέπει τὸν Κύριο: «Ἀνάστηθι Κύριε εἰς τὴν Ἀνάπαυσίν σου, Σὺ καὶ ἡ Κιβωτὸς τοῦ Ἁγιάσματός Σου.» Ἀλλὰ ὡς Κιβωτὸς Ἁγιάσματος τοῦ Κυρίου, σὺν τοῖς ἄλλοις, προτυπώνεται ἡ Παναγία Μητέρα Του, στὴν ὁποία, ὄντως, ἐξεπληρώθη ἡ ἀνωτέρω προφητεία. Ὁ δὲ ποιητὴς τοῦ α΄ Καθίσματος τοῦ Ὄρθρου τῆς ἑορτῆς, καλὰ μελετημένος, δὲ λησμονεῖ αὐτὴν τὴν προφητεία καὶ τὴν ὑπονοεῖ στὸ ποίημά του, ψάλλων: «Ἀναβόησον Δαυΐδ, τὶς ἡ παροῦσα Ἑορτὴ; Ἣν ἀνύμνησα φησίν, ἐν τῷ βιβλίῳ τῶν Ψαλμῶν…»

Στὶς ἀνωτέρω θεολογικὲς μαρτυρίες στηριζόμενος καὶ ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, συμπεραίνει: «Ὥστε, οὐ μετέστη μόνον ἡ Θεοτόκος, ἀλλὰ καὶ ἀνέστη καὶ ἀνελήφθη.» Ἕνα μόνον πρᾶγμα πρέπει νὰ προσέξει ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀνέστη καὶ ἀνελήφθη «αὐτεξουσίως ὡς Θεός», ἐνῶ ἡ Θεοτόκος, θνητὴ οὖσα, ἀνέστη καὶ ἀνελήφθη ἀπὸ τὸν Κύριον, δυνάμει τῆς προαναγγελθείσης Ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν κατὰ τὴν Μέλλουσαν Κρίσιν.

Κλείνοντας, δὲ μένει παρὰ νὰ ἱκετεύσουμε τὴν Κυρίαν Θεοτόκον μαζὶ μὲ τὸν Δαμασκηνόν Ἰωάννην: «Δέχου παρ’ ἡμῶν, ᾠδὴν τὴν ἐξόδιον, Μῆτερ τοῦ ζῶντος Θεοῦ, καὶ τῇ φωτοφόρῳ σου καὶ θείᾳ ἐπισκίασον χάριτι, τῷ Βασιλεῖ τὰ τρόπαια, τῷ φιλοχρίστῳ λαῷ τὴν εἰρήνην, ἄφεσιν τοῖς μέλπουσι, καὶ ψυχῶν σωτηρίαν βραβεύουσα.»

ΚΧΚ - Ἰουλίου α΄,
ἐν ἔτει σωτηρίῳ βιε΄

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: 
Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 2356 (Ιούλιος – Αύγουστος 2015) της Διμηνιαίας Εκδόσεως της Ιεράς Μητροπόλεως Δημηριάδος και Αλμυρού «ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ», σελ. 4 - 6.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιο Ιστολογίου

Οι απόψεις που εκφράζονται, απηχούν την προσωπική γνώμη του εκάστοτε γράφοντος.

Γράψτε το σχόλιό σας και απλά περιμένετε λίγες ώρες μέχρι να το δείτε δημοσιευμένο.

Σχόλια που τηρούν στοιχειώδη κανόνες ευπρέπειας είναι αυτονόητο ότι αποτελούν αφορμή διαλόγου και ουδέποτε θα λογοκριθούν.

Δεν επιτρέπονται σχόλια που συκοφαντούν κάποιο πρόσωπο, που περιέχουν υβριστικούς χαρακτηρισμούς κλπ. Για τον λόγο αυτό ενεργοποιήθηκε η προ-έγκριση για να αποφευχθούν κρούσματα προσβλητικής συμπεριφοράς διότι οφείλουμε να διαφυλάξουμε την αξιοπρέπεια του ιστολογίου μας.

Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια με ψευδώνυμο ενδέχεται να διαγραφούν για την διαφύλαξη της ποιότητας. Τα σχόλια δεν είναι πεδίο στείρας αντιπαράθεσης αλλά προβληματισμού και γόνιμου διαλόγου.