Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Τελετουργικά θέματα (μθ΄) Η καθιέρωση των ιερών εικόνων με άγιο Μύρο. Ιστορική αναγωγή και σύγχρονος προβληματισμός.

Η καθιέρωση των ιερών εικόνων με άγιο Μύρο.
Ιστορική αναγωγή και σύγχρονος προβληματισμός. 

Γεωργίου Ζαραβέλα
Θεολόγου
ΜΑ Ιστορικής Θεολογίας - Λειτουργικής ΕΚΠΑ

Η λειτουργική πρακτική της χρίσης των πρόσφατα ιστορημένων ιερών εικόνων με άγιο Μύρο συνιστά μια ιδιαίτερα συχνή συνήθεια τον τελευταίο καιρό. Οι ιερές εικόνες, οι οποίες συνιστούν μέσο αναγωγής προς το θείο, διά της επικοινωνίας με τα πρόσωπα που ιστορούν, είναι απαραίτητο στοιχείο για κάθε ιερό ναό, αλλά και για κάθε χώρο, όπου ο άνθρωπος ζει και δραστηριοποιείται.

Η θέση των ιερών εικόνων εντός του ναού είναι αδιαμφισβήτητη, ιδίως μετά την Αναστήλωσή τους, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου (787), αλλά και με την επικαιροποίησή τους από τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 843. Οι εικόνες ανήκουν στην ευρύτερη κατηγορία των ιερών αντικειμένων, τα οποία συνεργούν στην τέλεση της Θείας Λατρείας. Τα αντικείμενα αυτά επιμερίζονται σε δύο κατηγορίες, σύμφωνα με τον Ι’ κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τα καθιερωμένα ιερά αντικείμενα. Στην ομάδα αυτή ανήκουν όσα εξ αυτών χρησιμοποιούνται, ώστε να τελεσθεί επάνω τους η Θεία Ευχαριστία, δηλαδή το ιερό θυσιαστήριο – αγία τράπεζα και τα ιερά αντιμήνσια.

Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τα απλώς ηγιασμένα αντικείμενα, δηλαδή οτιδήποτε άλλο βρίσκεται εντός του ναού για την επιτέλεση της λατρείας. Το σύνολο αυτό των ιερών αντικειμένων διαιρείται σε δύο ομάδες: α) Τα ηγιασμένα αντικείμενα που βρίσκονται εντός του θυσιαστηρίου- ιερού βήματος και β) τα αντικείμενα εκείνα, των οποίων η οικεία θέση είναι εκτός του βήματος του ιερού. Στην πρώτη υποομάδα ανήκουν: ο δίσκος, το ποτήριο, η λαβίδα, η λόγχη, τα καλύμματα της αγίας τράπεζας και των αγίων σκευών, ενώ στη δεύτερη υπάγονται τα άμφια των ιερέων, οι κανδήλες, τα μανουάλια, τα λειτουργικά βιβλία, αλλά και οι ιερές εικόνες.

Τα καθιερωμένα αντικείμενα, σύμφωνα με την αρχέγονη συνήθεια της Εκκλησίας, μπορούν να λάβουν τον καθαγιασμό τους με ειδική τελετή, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρίση τους με άγιο Μύρο. Τα υπόλοιπα ιερά αντικείμενα, δηλαδή τα ηγιασμένα, δεν έχουν έναν και μοναδικό τρόπο, με τον οποίο μπορούν να αγιασθούν. Οι μέθοδοι του καθαγιασμού τους είναι κυρίως τρεις:

α) Η επαφή με καθιερωμένα αντικείμενα. Όσα υλικά έρχονται σε επαφή με την αγία τράπεζα ή τα ιερά αντιμήνσια που την υποκαθιστούν, αγιάζονται και αυτά (δίσκος, ποτήριο, αστερίσκος, λόγχη κ.α.), αλλά κυρίως μέσω της επαφής τους με τα μυστηριακά είδη της Θείας Ευχαριστίας. Ο κανονολόγος Βαλσαμών θεωρεί ότι δεν υπάρχει ανάγκη τέλεσης ειδικής ακολουθίας, αφού και μόνο η επαφή τους με την αγία τράπεζα αρκεί.

β) Ο συμβολικός χαρακτήρας των ιερών αντικειμένων. Όσα ιερά σκεύη έχουν ιδιαίτερο συμβολικό χαρακτήρα, όπως τα ιερά άμφια, δεν χρειάζονται ειδική καθιέρωση, αφού η συμβολική χροιά που έχουν, τους αποδίδει ιερότητα. Ο Συμεών Θεσσαλονίκης σημειώνει ότι η αγιότητα των ιερών αμφίων τους αποδίδεται με τη σταύρωση από την αρχιερατική ή την ιερατική χείρα, πριν από την αμφίεσή τους με αυτά.

γ) Η παραλαβή από τον αρχιερέα ή τον ιερέα. Τα ιερά αντικείμενα, τα οποία βρίσκονται εκτός του θυσιαστηρίου, δεν χρειάζονται ιδιαίτερο καθαγιασμό, αφού τα παρέλαβε για λειτουργική χρήση ο αρχιερέας ή εντεταλμένος πρεσβύτερος, ώστε να χρησιμοποιηθούν ως σκεύη του ιερού ναού, αφιερωμένα στην επιτέλεση της Θείας Λατρείας.

Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος (ΚΠολη, 787), η οποία ασχολήθηκε κατά κόρον με την τιμή και την προσκύνηση των ιερών εικόνων, δεν θέσπισε καμία ιερή τελετή για τον καθαγιασμό τους. Η Σύνοδος, αντίθετα, αποφάνθηκε ότι πολλά από τα ιερά αντικείμενα φέρουν αυτεπάγγελτα τον καθαγιασμό τους, ενώ χρησιμοποιεί δύο παραδείγματα. Ο Τίμιος Σταυρός, ο οποίος εικονίζει τον Σταυρό της θυσίας του Χριστού, δεν χρειάζεται ειδικό καθαγιασμό, αφού από τον τύπο του λαμβάνει και μεταδίδει τον αγιασμό, σε όποιον τον προσκυνά ευλαβικά.

Οι ιερές εικόνες μεταδίδουν τον αγιασμό με όμοιο τρόπο, αφού εικονίζουν ιερά, αγιασμένα πρόσωπα. Η προσκύνηση των ιερών εικόνων, άλλωστε, δεν γίνεται για τη λατρεία του υλικού από το οποίο είναι κατασκευασμένες, αλλά για τη λατρεία του Τριαδικού Θεού και την τιμητική προσκύνηση του προσώπου που εικονίζεται σε αυτές. Οι Πατέρες, μάλιστα, θεωρούν ως ασύμβατη την πεποίθηση ότι οι εικόνες δεν είναι ιερές χωρίς καθαγιασμό με ειδική τελετή, αφού δεν είναι η απλή ύλη που έλαβε ο τεχνίτης για να τις δημιουργήσει, αλλά ιερά αντίτυπα και μέσα επικοινωνίας με πρόσωπα αγιασμένα, από τα οποία λαμβάνουν την καθιέρωσή τους.

Η πρακτική της καθιέρωσης των εικόνων μέσω ειδικής τελετής εμφανίζεται από τον ΙΓ’ αι. κ.εξ. Το πρώτο χειρόγραφο ευχολόγιο, το οποίο περιλαμβάνει σχετική ακολουθία υπό τον τίτλο: «Ευχή ην λέγει ο Αρχιερεύς επί ιστορηθείσαν καινήν Εικόνα», είναι το ελληνικό χειρόγραφο του Λέοντος του Αλλατίου, το οποίο ανάγεται περί το 1260. Η ακολουθία αυτή απαντάται έκτοτε σε αρκετά Ευχολόγια, τα οποία έχουν ως πρότυπο το Ευχολόγιο του Goar, το οποίο την περιλαμβάνει και εντάσσεται στο Μέγα Ευχολόγιο.

Η τάξη της χρίσης νέας εικόνας συνιστά έργο αρχιερατικό και είναι ιδιαίτερα λιτή. Ο αρχιερέας χρίει με άγιο Μύρο την εικόνα στα τέσσερα σημεία. Στη συνέχεια ειρηνεύει και αναπέμπει την ευχή: «Κύριε, Βασιλεῦ ἡμῶν παντοκράτορ…», η οποία επιστέφεται με την εκφώνηση: «Ὅτι σοὶ πρέπει τιμὴ καὶ προσκύνησις…».

Η ακολουθία αυτή σίγουρα επηρεάστηκε από την ιδιαίτερη τιμή που αποδίδουν οι πιστοί προς τις ιερές εικόνες. Οι επιρροές, άλλωστε, της λαϊκής ευσέβειας στη Θεία Λατρεία είναι πολλές και με ποικίλες συνέπειες, άλλοτε καταστρεπτικές, άλλοτε θετικές και άλλοτε ουδέτερες ως προς αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, ο καθαγιασμός των ιερών εικόνων με άγιο Μύρο είναι μάλλον μία ουδέτερη, αδιάφορη πράξη, η οποία δεν συμβαδίζει καθόλου με την παράδοση της Εκκλησίας έως και τον ΙΓ’ αι. Η κόσμηση της Λατρείας με επιπλέον στοιχεία μπορεί να φαίνεται πλουτισμός, ενίοτε όμως χάνεται το νόημα των ιερών τελετών και ο χαρακτήρας τους.

Η χρίση των ιερών εικόνων με άγιο Μύρο δεν είναι αρνητικό γεγονός, αλλά κάτι περιττό, ιδίως όταν γίνεται επιδεικτικά, χάριν εντυπωσιασμού και ενίοτε εκμετάλλευσης της ευλάβειας των πιστών. Οι ιερές εικόνες είναι εκ θέσεως άγιες και ως τέτοιες τιμώνται από την Εκκλησία. Η αγιότητά τους δεν επιστέφεται με την τελετή της χρίσης τους με Μύρο, αλλά μέσω της ευλαβικής προσκύνησής τους, η οποία οδηγεί τον προσευχόμενο πιστό στην αναγωγή του προς το εικονιζόμενο, αγιασμένο πρωτότυπο.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάνθηκε σχετικά με το ζήτημα δια μέσου της Συνοδικής Κανονικής Επιτροπής, η οποία ήταν θετική ως προς την παρουσία της αρμόδιας ευχής στο Ευχολόγιο. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η συμπερίληψη της ευχής για οκτώ αιώνες στα λειτουργικά βιβλία, αλλά και ο σκανδαλισμός που θα προκαλούσε η απαλοιφή της είναι ανασταλτικοί παράγοντες για την αφαίρεσή της από αυτά. Η Σύνοδος του Πατριαρχείου δεν έλαβε έπειτα καμία επίσημη απόφαση, αλλά υπήρξε έντονη αντίδραση από τον Μητροπολίτη Προικοννήσου Φιλόθεο, ο οποίος εξέδωσε σχετικό κείμενο με τις θέσεις του, ενώ έντονη αμφισβήτηση για την ευχή είχαν διατυπώσει και άλλες προσωπικότητες, όπως ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων και ο Κων. Καλλίνικος.

Η χρίση των ιερών εικόνων απασχόλησε και την Ελλαδική Εκκλησία. Στις παλαιότερες εκδόσεις των Ευχολογίων η σχετική ευχή περιλαμβάνεται. Η πρώτη αντίδραση εναντίον της συμπερίληψής της προήλθε από τον αρχιμανδρίτη Ιωάννη Μαρτίνο, ο οποίος επιμελήθηκε το 1899 την έκδοση του Μεγάλου Ευχολογίου. Παρά το γεγονός ότι δεν αφαίρεσε τη συγκεκριμένη ευχή, εισηγήθηκε στην Ιερά Σύνοδο μεταξύ άλλων διορθώσεων και την απάλειψή της, η οποία εγκρίθηκε από αυτήν, αλλά η έκδοση του Ευχολογίου με αυτή είχε ήδη ολοκληρωθεί. Το βασικό επιχείρημα του Μαρτίνου ήταν, ότι η ευχή αποτελεί προϊόν δυτικών επιδράσεων και αντιβαίνει σε όσα απεφάνθη σχετικά η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος.

Στις νεώτερες και σύγχρονες εκδόσεις η ευχή άλλοτε περιλαμβάνεται και άλλοτε όχι. Στη δεύτερη περίπτωση συνήθως σημειώνεται η απαλοιφή της και αναφέρεται η αιτία αυτής. Σε αρκετές εκδόσεις που η ευχή περιλαμβάνεται, υπάρχει υποσημείωση ότι καλό είναι να αποφεύγεται, για λόγους που προεκτέθηκαν.

Συμπερασματικά, η πρακτική χρίσης πρόσφατα ιστορημένων ιερών εικόνων με άγιο Μύρο είναι μάλλον νεωτερισμός, έστω κι εάν έχει βάθος οκτώ αιώνων, παρά παράδοση. Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία καθιέρωσε την περί εικόνων θεολογία, είναι σαφής για το ζήτημα. Η ύπαρξη της ευχής, βέβαια, δεν αποτιμάται ως αρνητική, αλλά καλό θα ήταν να μην χρησιμοποιείται, ιδίως όταν υπολανθάνει το στοιχείο της επίδειξης και της εκμετάλλευσης της λαϊκής ευσέβειας, η οποία έφερε στο προσκήνιο και καθιέρωσε τους προηγούμενους αιώνες αυτή τη νεώτερη τελετή-ευχή.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
Ζερβού Σπ. (επιστασία), Ευχολόγιον το Μέγα της κατά Ανατολάς Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εκδ. οίκος Αστήρ, Αθήναι 2008⁵. 
Goar J., Ευχολόγιον sive Rituale Graecorum, Venetiis 1730².
Μενεβίσογλου Παύλου, Το Άγιον Μύρον εν τη Ορθοδόξω Ανατολική Εκκλησία, ιδία κατά τας πηγάς και την πράξιν των νεωτέρων χρόνων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Σειρά «Ανάλεκτα Βλατάδων», αρ. 14, εκδ. Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1983².
Ράλλη Γ. A. - Ποτλή Μ., Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων των τε Αγίων και Πανευφήμων Αποστόλων, και των Ιερών Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος Αγίων Πατέρων, τ. Β’, Εκ της Τυπογραφίας Γ. Χαρτοφύλακος, Αθήνησιν 1852.
Φιλοθέου Προικοννήσου, «Η δι’ αγίου Μύρου χρίσις των ιερών εικόνων», Γρηγόριος ο Παλαμάς, 44 (1961), σ. 247-253.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλιο Ιστολογίου

Οι απόψεις που εκφράζονται, απηχούν την προσωπική γνώμη του εκάστοτε γράφοντος.

Γράψτε το σχόλιό σας και απλά περιμένετε λίγες ώρες μέχρι να το δείτε δημοσιευμένο.

Σχόλια που τηρούν στοιχειώδη κανόνες ευπρέπειας είναι αυτονόητο ότι αποτελούν αφορμή διαλόγου και ουδέποτε θα λογοκριθούν.

Δεν επιτρέπονται σχόλια που συκοφαντούν κάποιο πρόσωπο, που περιέχουν υβριστικούς χαρακτηρισμούς κλπ. Για τον λόγο αυτό ενεργοποιήθηκε η προ-έγκριση για να αποφευχθούν κρούσματα προσβλητικής συμπεριφοράς διότι οφείλουμε να διαφυλάξουμε την αξιοπρέπεια του ιστολογίου μας.

Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια με ψευδώνυμο ενδέχεται να διαγραφούν για την διαφύλαξη της ποιότητας. Τα σχόλια δεν είναι πεδίο στείρας αντιπαράθεσης αλλά προβληματισμού και γόνιμου διαλόγου.